Πόντος γενοκτονία


Η γενοκτονία των Ποντίων.

H Ιστορία της Ταμάμας

Βίντεο σχετικά με την γενοκτονία

Tό άγνωστο ελληνικό ολοκαύτωμα και ο Ελλαδικός Ρατσισμός Κατά Των Ποντίων Νέο προσφύγων

Το Φεβρουάριο του 1994 η Βουλή των Ελλήνων ψήφισε ομόφωνα την ανακήρυξη της 19ης Μαΐου ως Ημέρας Μνήμης για τη Γενοκτονία των Ελλήνων στο μικρασιατικό Πόντο την περίοδο 1916-1923. Η αναγνώριση αυτή, παρόλη την εβδομηκονταετή καθυστέρηση, δικαίωσε ηθικά τον ποντιακό ελληνισμό και συνέδεσε το σύγχρονο ελληνισμό με την ιστορική του μνήμη. Γιατί η ήττα του 1922, η «νέα τάξη πραγμάτων» που επικράτησε τότε, με την απόλυτη συνενοχή ολόκληρου του ελλαδικού πολιτικού κατεστημένου, περιόρισαν ουσιαστικά όχι μόνο τα γεωγραφικά όρια του ελληνισμού αλλά και τα διανοητικά. Ο περιορισμός των πνευματικών νεοελληνικών οριζόντων είχε άμεση αντανάκλαση στη ελλειμματική ιστορική μνήμη των σύγχρονων Ελλήνων.

Η γενοκτονία των Ελλήνων στον Πόντο υπήρξε το αποτέλεσμα της απόφασης των Τούρκων εθνικιστών για επίλυση του εθνικού προβλήματος της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας με τη φυσική εξαφάνιση των γηγενών εθνοτήτων. Το φυσιολογικό μέλλον της Αυτοκρατορίας αυτής το είχε περιγράψει γλαφυρά η Ρόζα Λούξεμπουργκ:

«Η Τουρκία δεν μπορεί να αναγεννηθεί σαν σύνολο γιατί αποτελείται από διαφορετικές χώρες. Κανένα υλικό συμφέρον, καμία κοινή εξέλιξη που θα μπορούσε να τις συνδέσει δεν είχε δημιουργηθεί! Αντίθετα, η καταπίεση και η αθλιότητα της κοινής υπαγωγής στο τουρκικό κράτος γίνονται όλο και μεγαλύτερες! Έτσι δημιουργήθηκε μια φυσική τάση των διαφόρων εθνοτήτων να αποσπασθούν από το σύνολο και να αναζητήσουν μέσα από μια αυτόνομη ύπαρξη το δρόμο για μια καλύτερη κοινωνική εξέλιξη. Η κρίση της Ιστορίας για την Τουρκία είχε πια βγει: βάδιζε προς την διάλυση.»

Η μοίρα αυτή απετράπη με ένα εξαιρετικά οδυνηρό τρόπο: με τις; γενοκτονίες των χριστιανικών λαών, Ελλήνων και Αρμενίων, με την υποχρεωτική έξοδο όσων επιβίωσαν και με τη βίαιη τουρκοποίηση των μουσουλμανικών εθνοτήτων, όπως οι Κούρδοι, που συνέχισαν να παραμένουν στην τουρκική, πλέον, επικράτεια.

Οι Έλληνες στον Πόντο ανέρχονταν σε 700.000 άτομα την παραμονή του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου. Μέχρι το τέλος του 1923 είχαν εξοντωθεί 353.000 άτομα. Το χρονολόγιο, τις μεθόδους και τους συνεργάτες των Τούρκων εθνικιστών έχουμε παρουσιάσει αναλυτικά από τις στήλες της; Ελευθεροτυπίας σε παλαιότερα αφιερώματα. Σήμερα θα παρουσιάσουμε μια μαρτυρία ενός αυτόπτη μάρτυρα. Ενός ανθρώπου που έζησε τη μεγάλη ανθρωποσφαγή.

Ένα χωριό των Κοτυώρων

Ο Σάββας Κανταρτζής εξέδωσε σε βιβλίο τις φοβερές του εμπειρίες το 1975 στην Κατερίνη. Μια από τις συγκλονιστικές αφηγήσεις του αναφέρεται στην καταστροφή του χωριού Μπεϊαλαν, της περιφέρειας Κοτυώρων από τους τσέτες του Τοπάλ Οσμάν. Το Μπεϊαλάν είναι ένα από τα εκατοντάδες ελληνικά χωριά που καταστράφηκαν από τις τουρκικές συμμορίες:

«Τα χαράματα, στις 16 Φεβρουαρίου 1922, ημέρα Τετάρτη, μια εφιαλτική είδηση, ότι οι τσέτες του Τοπάλ Οσμάν έρχονται στο χωριό, έκανε τους κατοίκους να τρομάξουν και ν’ αναστατωθούν. Οι άντρες, όσοι βρίσκονταν τη νύχτα στο χωριό, βιάστηκαν να φύγουν στο δάσος… Άλλοι άντρες που είχαν κρυψώνες σε σπίτια σε σπίτια και σε στάβλους, τρύπωσαν σ’ αυτές και καμουφλαρίστηκαν έτσι που να μην τους υποπτευθεί κανείς. Τα γυναικόπαιδα και οι γέροι κλείστηκαν στα σπίτια και περίμεναν με καρδιοχτύπι να δουν τι θα γίνει… Δεν πέρασαν παρά λίγα λεπτά κι’ οι τσέτες , περισσότεροι από 150 έμπαιναν στο χωριό κραυγάζοντας και πυροβολώντας. Τους ακολουθούσαν τούρκοι χωρικοί από τα γειτονικά χωριά. Αυτούς τους είχαν μυήσει στο εγκληματικό σχέδιο τους και τους κάλεσαν για πλιάτσικο.

Μόλις μπήκαν οι συμμορίτες στο χωριό, η ατμόσφαιρα ηλεκτρίστηκε και ο ορίζοντας πήρε τη μορφή θύελλας που ξεσπασε άγρια. Με κραυγές και βρισιές, βροντώντας με τους υποκόπανους τις πόρτες και τα παράθυρα, καλούσαν όλους να βγουν έξω από τα σπίτια και να μαζευτούν στην πλατεία- αλλιώς απειλούσαν, θα δώσουν φωτιά στα σπίτια και θα τους κάψουν.

Σε λίγο, όλα τα γυναικόπαιδα και οι γέροι, βρίσκονταν τρέμοντας και κλαίγοντας στους δρόμους. Οι συμμορίτες με κραυγές και απειλές υποπτεύθηκαν, από την πρώτη στιγμή, το μεγάλο κακό που περίμενε όλους και δοκίμασαν να φύγουν έξω από το χωριό. Οι τσέτες, πρόβλεψαν ένα τέτοιο ενδεχόμενο και είχαν πιάσει από πριν τα μπογάζια, απ’ όπου μπορούσε να φύγει κανείς. Έτσι, μόλις έφτασαν, τρέχοντας, οι κοπέλες στα μπογάζια, δέχτηκαν, από τσέτες που παραμόνευαν, πυροβολισμούς στο ψαχνό. Μερικές έμειναν στον τόπο σκοτωμένες, ενώ οι άλλες τραυματίστηκαν και γύρισαν πίσω.

Οι φόνοι αυτοί αποκάλυψαν για καλά τους εγκληματικούς σκοπούς των συμμοριτών κι’ έγιναν το σύνθημα να ξεσπάσει, το τρομοκρατημένο πλήθος των γυναικόπαιδων, που είχε ριχτεί στους δρόμους σε ένα βουβό κι’ ασυγκράτητο κλάμα και σε σπαραξικάρδιες κραυγές απελπισίας. Τίποτα απ’ όλα αυτά δεν στάθηκε ικανό να μαλάξει την σκληρότητα του τεράτων, που είχε διαλέξει ο Τοπάλ Οσμάν για την «πατριωτική» του εκστρατεία. Σκληροί σαν ύαινες, που διψούν για αίμα, και διεστραμμένοι σαδιστές, που γλεντούν με τον πόνο και τα βασανιστήρια των θυμάτων τους, χίμηξαν μανιασμένοι στα γυναικόπαιδα και τους γέρους, κραυγάζοντας, βρίζοντας, χτυπώντας, κλωτσώντας και σπρώχνοντάς τους να μαζευτούν στην πλατεία.

Η πυρπόληση

Οι μητέρες αναμαλλιασμένες, κατάχλομες από το τσουχτερό κρύο και το φόβο, με τα βρέφη στην αγκαλιά και τα νήπια μπερδεμένα στα πόδια τους. Οι κοπέλες άλλες με τους γέρους γονείς κι’ άλλες με γριές ή άρρωστους αγκαλιασμένες, περιμαζεύτηκαν με τον κτηνώδη αυτόν τρόπο, στην πλατεία σαν πρόβατα για τη σφαγή, μέσα σε ένα πανδαιμόνιο από σπαραχτικές κραυγές και θρήνους και κοπετούς. Η πρώτη φάση της απερίγραπτης τραγωδίας του Μπεϊαλάν έκλεισε, έτσι, θριαμβευτικά για τους θλιβερούς ήρωες του νεοτουρκικού εγκλήματος γενοκτονίας.

Όταν πια όλα τα γυναικόπαιδα κ’ οι γέροι μαζεύτηκαν στην πλατεία, οι τσέτες έβαλαν μπρος την δεύτερη φάση της σατανικής τους επιχείρησης. Διάταξαν να περάσουν όλοι στα δίπατα σπίτια, που βρίσκονταν στην πλατεία και τα είχαν διαλέξει για να ολοκληρώσουν τον εγκληματικό τους σκοπό. Η απροθυμία, που έδειξε το τραγικό αυτό κοπάδι των μελλοθανάτων να υπακούσει στην διαταγή, γιατί ήταν πια ολοφάνερο ότι όλους τους περίμενε ο θάνατος, εξαγρίωσε τους συμμορίτες που βιάζονταν να τελειώσουν γρήγορα την μακάβρια επιχείρηση. Και τότε, σαν λυσσασμένα θεριά, ρίχτηκαν στις γυναίκες, τα μωρά και τους γέρους, και με γροθιές, με κοντακιές και κλωτσιές έχωσαν και στρίμωξαν στα δύο σπίτια τα αθώα και άκακα αυτά πλάσματα, που ο αριθμός τους πλησίαζε τις τρεις εκατοντάδες.

Κι’ όταν, έτσι, ήταν σίγουροι πως δεν έμεινε έξω κανένας, σφάλισαν τις πόρτες, ενώ ο άγριος αλαλαγμός από τα παράθυρα, οι σπαραξικάρδιες κραυγές, το απελπισμένο κλάμα κι’ οι βοερές ικεσίες για έλεος και βοήθεια, σχημάτιζαν μια άγριας τραγικότητας μουσική συναυλία, που ξέσκιζε τον ουρανό κι’ αντιβούιζε στα γύρω βουνά και δάση…

Και τώρα δεν έμενε παρά η τρίτη και τελική φάση της πατριωτικής… επιχείρησης των θλιβερών ηρώων-συμμοριτών του Τοπάλ Οσμάν. Δεν χρειάστηκαν παρά μια αγκαλιά ξερά χόρτα και μερικά σπασμένα πέταυρα (χαρτώματα) ν’ ανάψει η φωτιά. Και σε λίγο τα δύο σπίτια, έγιναν πυροτέχνημα και ζώστηκαν, από μέσα κι’ απ’ έξω, από πύρινες γλώσσες και μαυροκόκκινο καπνό. Το τι ακολούθησε την ώρα εκείνη δεν περιγράφεται.

Οι μητέρες ξετρελαμένες, έσφιγγαν, αλαλάζοντας και τσιρίζοντας με όλη τη δύναμη της ψυχής τους, στην αγκαλιά τα μωρά τους, που έκλαιγαν και κραύγαζαν «μάνα, μανίτσα!». Οι κοπέλες και οι άλλες γυναίκες με τους γέρους γονείς, τα παιδιά και τους αρρώστους, κραύγαζαν και αρπάζονταν μεταξύ τους σαν να ήθελαν να πάρουν και να δώσουν κουράγιο και βοήθεια, καθώς έπαιρναν φωτιά τα μαλλιά και τα ρούχα τους κι’ άρχισαν να γλύφουν το κορμί οι φλόγες. Κραυγές, που ξέσκιζαν το λαρύγγι και τ’ αυτιά, φωνές μανιακές και κλάματα βροντερά, άγρια ουρλιαχτά ανθρώπων, που έχασαν από τρόμο και πόνο τα μυαλά τους, χτυπήματα στα στήθη, στον πυρακτωμένο αέρα και στους τοίχους – χαλασμός κόσμου, ένα ζωντανό κομμάτι από την κόλαση στη γη! Αυτή την εφιαλτική εικόνα παρίσταναν, τα πρώτα λεπτά, τα δύο σπίτια που τα είχαν αγκαλιάσει οι φλόγες.

Μερικές γυναίκες και κοπέλες στον πόνο, την φρίκη και την απελπισία τους, δοκίμασαν να ριχτούν από τα παράθυρα, προτιμώντας να σκοτωθούν πέφτοντας κάτω ή με σφαίρες από όπλο, παρά να υποστούν τον φριχτό θάνατο στην φωτιά. Οι τσέτες που απολάμβαναν με κέφι και χαχανητά το μακάβριο θέαμα, έκαναν το χατίρι τους – πυροβόλησαν και τις σκότωσαν.

Δεν κράτησε πολλά λεπτά, αυτή η σπαραξικάρδια οχλοβοή, από τους αλαλαγμούς, τις άγριες κραυγές, τα τσουχτερά ξεφωνητά και το ξέφρενο κλάμα. Στην αρχή ο τόνος της οχλοβοής ανέβηκε ψηλά, ως που μπορούν να φτάνουν κραυγές, ξεφωνητά και ξελαρυγγίσματα από τρεις περίπου εκατοντάδες ανθρώπινα στόματα. Γρήγορα όμως ο τόνος άρχισε να πέφτει, ως που μονομιάς κόπηκαν κι’ έσβησαν οι φωνές και το κλάμα. Κι’ ακούγονταν μόνο τα ξύλα, που έτριζαν από τη φωτιά και οι καμένοι τοίχοι και τα δοκάρια, που έπεφταν με πάταγο πάνω στα κορμιά, που κείτονταν τώρα σωροί κάρβουνα και στάχτη κάτω στο δάπεδο, στα δύο στοιχειωμένα σπίτια το Μπεϊαλάν».

Μαρτυρίες Σοβιετικών

Οι σοβιετικοί υπήρξαν οι βασικοί σύμμαχοι του κεμαλικού εθνικισμού τα πρώτα χρόνια της εμφάνισής του. Πιθανότατα, οι μπολσεβίκοι να αντάλλαξαν με τον τρόπο αυτό την υποστήριξη του παν τουρκιστικού κινήματος που δρούσε στη Ρωσία στην Οκτωβριανή τους Επανάσταση.

Οι σοβιετικοί λοιπόν προμήθευσαν τους κεμαλικούς με όπλα, χρήματα, στρατιωτικούς συμβούλους. Η τουρκική αντεπίθεση στο μικρασιατικό μέτωπο κατά των ελληνικών στρατευμάτων το 1921, οργανώθηκε από τον Μ. Φρούνζε, στρατιωτικό απεσταλμένο των σοβιετικών. Κατά συνέπεια, οι μαρτυρία των αποσταλμένων αυτών έχει ιδιαίτερη αποδεικτική σημασία.

O Φρούνζε, έδωσε μια από τις ελάχιστες μαρτυρίες για τους ηττημένους αντάρτες: «Συναντήσαμε μια μικρή ομάδα από 60-70 Έλληνες, οι οποίοι μόλις είχαν καταθέσει τα όπλα. Όλοι τους είχαν εξαντληθεί στο έπακρο… Αλλοι έμοιαζαν κυριολεκτικά με σκελετούς. Αντί για ρούχα κρέμονταν από τους ώμους τους κάτι απίθανα κουρέλια. Στο κέντρο της ομάδας βρίσκονταν ένας ψηλός κι’ αδύνατος παπάς, φορώντας το καλημαφι του… Φυσούσε κρύος αέρας και όλη η ομάδα κάτω από τα σπρωξίματα των συνοδών-στρατιωτών, κατευθυνόταν με πηδηματάκια προς τη Χάβζα. Μερικοί όταν μας αντίκρισαν, άρχισαν να κλαίνε δυνατά ή μάλλον να ουρλιάζουν, μια και ο ήχος που ξέφευγε από τα στήθη τους, έμοιαζε περισσότερο με ουρλιαχτό κυνηγημένου ζώου». Ο Φρούνζε περιέγραψε και άλλο ένα περιστατικό. Όταν περνούσαν δίπλα από μια ομάδα αιχμάλωτων Ελλήνων στη Μερζιφούντα, ένας από τους αιχμαλώτους φώναξε στη σοβιετική αντιπροσωπεία ότι ήταν και αυτοί ένοχοι γιατί ενίσχυαν τον Κεμάλ και τους Τούρκους. Το συναίσθημα αυτό των ανταρτών του δυτικού Πόντου ήταν εξαιρετικά έντονο. Ο οπλαρχηγός Κισά Μπατζάκ (Κοντοπόδης) διακύρησσε: «… oι Ρώσοι κομμουνιστές δώσανε όπλα στον Κεμάλ για να χτυπήσει εμάς, του έδωσαν υποστήριξη, απελευθέρωσαν όλους τους Τούρκους στρατιώτες που είχαν συλλάβει αιχμαλώτους όταν μπήκαν στην Τραπεζούντα». Υποστήριζε ότι οι κομμουνιστές κατέδιδαν τις προσπάθειες προμήθειας οπλισμού των ανταρτών από τη Ρωσία και παρέδιδαν Πόντιους στους Τούρκους.

Ο Φρούνζε έγραφε τα εξής για την πολιτική του Τοπάλ Οσμάν: «…όλη αυτή η πλούσια και πυκνοκατοικημένη περιοχή της Τουρκίας, ερημώθηκε σε απίστευτο βαθμό. Απ’ όλο τον ελληνικό πληθυσμό των περιοχών της Σαμψούντας, της Σινώπης και της Αμάσειας απόμειναν μόνο μερικές ανταρτοομάδες που περιπλανιόντουσαν στα βουνά. Εκείνος που έγινε περισσότερο γνωστός για τις θηριωδίες του ήταν ο αρχηγός των Λαζών Οσμάν Αγάς, ο οποίος πέρασε δια πυρός και σιδήρου με την άγρια ορδή του όλη την περιοχή.»

Ο Αράλοβ, σοβιετικός πρέσβης στην Αγκυρα, ενημερώθηκε στη Σαμψούντα από τον αρχιστράτηγο Φρούνζε. Ο Φρούνζε του είπε ότι είχε δει πλήθος Έλληνες που είχαν σφαγιαστεί, «βάρβαρα σκοτωμένους Έλληνες -γέρους, παιδιά, γυναίκες». Προειδοποίησε επίσης τον Αράλοβ για το τι επρόκειτο να συναντήσει πτώματα σφαγιασμένων Ελλήνων τους οποίους είχαν απαγάγει από τα σπίτια τους και είχαν σκοτώσει πάνω στους δρόμους.

Για το θέμα αυτό ο Αράλοβ είχε ιδιαίτερη συνομιλία με τον Κεμάλ. Αναφέρει ο ίδιος: «Του είπα (του Κεμάλ) για τις φρικτές σφαγές των Ελλήνων που είχε δει ο Φρούντζε και αργότερα εγώ ο ίδιος. Εχωντας υπ’ όψη μου τη συμβουλή του Λένιν να μην θίξω την τουρκική εθνική φιλοτιμία, πρόσεχα πολύ τις λέξεις μου…» Ο Κεμάλ απάντησε ως εξής στις «επισημάνσεις» του Φρούνζε: «Ξέρω αυτές τις βαρβαρότητες. Είμαι κατά της βαρβαρότητας. Εχω δώσει διαταγές να μεταχειρίζονται τους Έλληνες αιχμαλώτους με καλό τρόπο… Πρέπει να καταλάβετε τον λαό μας. Είναι εξαγριωμένοι. Ποίοι πρέπει να κατηγορηθούν για αυτό; Εκείνοι που θέλουν να ιδρύσουν ένα «Ποντιακό κράτος» στην Τουρκία…»

Ο Φρούνζε στο βιβλίο του «Αναμνήσεις από την Τουρκία» γράφει: «Από τους 200.000 Έλληνες που ζούσανε στη Σαμψούντα, τη Σινώπη και την Αμάσεια έμειναν λίγοι μόνο αντάρτες που τριγυρίζουν στα βουνά. Το σύνολο σχεδόν των ηλικιωμένων, των γυναικών και των παιδιών εξορίστηκαν σε άλλες περιοχές με πολύ άσχημες συνθήκες. Πληροφορήθηκα ότι οι Τσέτες του Οσμάν Αγά (σ.τ.σ. Τοπάλ Οσμάν) έσπειραν τον πανικό στην πόλη Χάβζα. Έκαψαν, βασάνισαν και σκότωσαν όλους τους Έλληνες και Αρμένιους που βρήκαν μπροστά τους. γκρέμισαν όλες τις γέφυρες. Παντού υπήρχαν σημάδια γκρεμίσματος. Η διαδρομή από την πόλη Καβάκ προς το πέρασμα Χατζηλάρ θα μείνει για πάντα στη μνήμη μου όσο θα ζω. Σε απόσταση 30 χιλιομέτρων συναντούσαμε μόνο πτώματα. Μόνο εγώ μέτρησα 58. Σ’ ένα σημείο συναντήσαμε το πτώμα μιας ωραίας κοπέλας. Της είχανε κόψει το κεφάλι και το τοποθέτησαν κοντά στο χέρι της. Σε κάποιο άλλο σημείο υπήρχε το πτώμα ενός άλλου ωραίου κοριτσιού, 7-8 χρονών, με ξανθά μαλιά και γυμνά πόδια. Φορούσε μόνο ένα παλιό πουκάμισο. Απ’ ότι καταλάβαμε, το κοριτσάκι καθώς έκλαιγε, έχωσε το πρόσωπό του στο χώμα, δολοφονημένο από το κάρφωμα της λόγχης του φαντάρου.»

Ο θρήνος της ήττας

Οι Πόντιοι θρήνησαν την ελληνική ήττα στη Μικρά Ασία, τόσο του ελληνικού στρατού στη δυτική Μικρά Ασία, όσο και του ποντιακού αντάρτικου. Ο παρακάτω θρήνος γράφτηκε και τραγουδήθηκε από τους Πόντιους της Πάφρας του δυτικού Πόντου.

Κοίταξε τις πέτρες της Αγκυρας βλέπε και τα δακρυσμένα μου μάτια.

Μείναμε σκλάβοι των Τούρκων,για δες της μοίρας τα γραμμένα.

Οι λόφοι της Αγκυρας είναι μονοκόμματοι

Η Ελλάδα κάηκε, κατακάηκε.

Να τυφλωθείς καταραμένε Aγγλε,στην Ελλάδα δεν απόμεινε ελπίδα.

Ο στρατός που πήγε για την Aγκυρα,έμεινε εκεί πεσκέσι στους Τούρκους.

Όσοι μας βοήθαγαν έκαναν πίσω και τους Έλληνες τους παρέσυρε το κύμα.

Οι διωγμοί των Ελλήνων του Πόντου (Β’)

Δημόσιος απαγχονισμός στην Τραπεζούντα (Γερμανικό σχεδιάγραμμα)

Δημοσιεύουμε σήμερα το δεύτερο μέρος του αφιερώματος μας στη Γενοκτονία των Ποντίων.
Είναι η συνέχεια του κειμένου της ομιλίας του Καθηγητή του Πανεπιστημίου της Βιέννης Πολυχρόνη Ενεπεκίδη, στην αίθουσα της Αρχαιολογικής Εταιρίας Αθηνών, στις 26 Φεβρουαρίου 1961.
Τη διάλεξη είχε οργανώσει ο Σύλλογος Ποντίων «Αργοναύται – Κομνηνοί».

ΜΕΡΟΣ Β’

Δημοσιεύουμε σήμερα το δεύτερο μέρος του αφιερώματος μας στη Γενοκτονία των Ποντίων.
Είναι η συνέχεια του κειμένου της ομιλίας του Καθηγητή του Πανεπιστημίου της Βιέννης Πολυχρόνη Ενεπεκίδη, στην αίθουσα της Αρχαιολογικής Εταιρίας Αθηνών, στις 26 Φεβρουαρίου 1961.
Τη διάλεξη είχε οργανώσει ο Σύλλογος Ποντίων «Αργοναύται – Κομνηνοί».

Τις επίσημες αυτές ειδήσεις μεταβιβάζει ο υπουργός των Εξωτερικών της Αυστρίας προς το Βερολίνον με το ερώτημα τι δέον γενέσθαι. Ο υπουργός συνοδεύει τις εκθέσεις των πρεσβευτών του με το εξής ερώτημα:
«Αι εκ της Τουρκίας καταφθάνουσαι ειδήσεις καθιστούν ολοένα και πιθανωτέραν την υπόθεσιν, ότι αι συνέπειαι αι προκληθείσαι εκ της αγκιστρώσεως των Ρώσων εις τας τουρκικάς ακτάς της Μαύρης Θαλάσσης μεταξύ των εκεί χριστιανικών (ελληνικών) πληθυσμών, δηλαδή οι σχηματισμοί ανταρτικών σωμάτων, χρησιμεύουν ως προσχήματα δια τους Τούρκους δια μίαν εκτεταμένην γενικήν καταδίωξιν του ελληνικού στοιχείου με την έκδηλον τάσιν να εξοντώσουν ολοσχερώς τους Ελληνας ως εχθρούς του κράτους όπως προγενεστέρως και τους Αρμενίους. Την τακτικήν αυτήν εφαρμόζουν οι Τούρκοι καταπολεμούντες οχι μόνον τους αντάρτας αλλά και εκτοπίζοντες τους πληθυσμούς άνευ διακρίσεως της δυνατότητος αν θα επιζήσουν από τας ακτάς εις το εσωτερικον της χώρας, χωρίς την λήψιν καταλλήλων μέτρων εκ μερους της τουρκικής διοικήσεως, ώστε οι εκτοπιζόμενοι να είναι εκτεθειμένοι εις την αθλιότητα και τον εκ πείνης θάνατον. Τα εγκαταλειπόμενα σπίτια των εξοριζομένων λεηλατούνται εις το πλείστον υπό των τουρκικών ταγμάτων τιμωρίας, ή καίονται και καταστρέφονται. Και όλα τα άλλα μέτρα, τα οποία εις τους διωγμούς των Αρμενίων ευρίσκοντο εις την ημερησίαν διάταξιν επαναλαμβάνονται τώρα εναντίον των Ελλήνων. Τα γεγονότα αυτά, συνεχίζει ο Αυστριακός υπουργός, ενδείκνυνται φυσικά να προκαλέσουν εις ολόκληρον τον πολιτισμένον κόσμον κύμα αγανακτήσεως εναντίον του τουρκικού καθεστώτος. Εκτός αυτού υφίσταται και ο κίνδυνος, η Ελληνική Κυβερνησις της οποίας η στάσις απέναντι της Τουρκίας ουδαμώς εμπνέεται υπό της φροντίδος δια το ελληνικόν στοιχείον της οθωμανικής αυτοκρατορίας θα ήτο δυνατόν να εγακταλείψη την εν λόγω στάσιν της εάν καταλήξη εις το συμπέρασμα ότι δεν είναι εις θέσιν να αποτρέψη την μοίραν των συμπατριωτών της εις την Τουρκίαν».

Και τώρα το ερώτημα: Πως εχειρίσθη πράγματι η ελληνική κυβέρνησις της εποχής του Γούναρη και των άλλων αντιβενιζελικών πρωθυπουργών το εθνικόν αυτό ζήτημα; Τα σχετικά έγγραφα, ιδίως του υπουργείου των Εξωτερικών του Βερολίνου, μας ομιλούν για ελληνικά διαβήματα στην Κωνσταντινούπολι με ασήμαντα αποτελέσματα διότι τα διαβήματα ήσαν χλιαρά. Ο ίδιος ο βασιλεύς Κωνσταντίνος καλεί συχνά τον εν Αθήναις Γερμανό πρεσβευτή Μίρμπαχ κοντά του και τον κεραυνοβολεί για τις τουρκικές βαρβαρότητες της Μικράς Ασίας. Καμμιά φορά βλέπομε στα έγγραφα ότι οι Έλληνες βασιλείς στέλνουν προσωπικές επιστολές προς τον ισχυρό συγγενή τους τον Κάιζερ με αποτέλεσμα μάλιστα να σώσουν κάποτε από την κρεμάλα κανένα Έλληνα κληρικό. Αλλά οι διωγμοί συνεχίζονται διότι είναι ζήτημα υψηλής πολιτικής όπως θα ιδούμε αμέσως. Εδώ θα χρειαστή να κάνουμε μια παρένθεσι: Τον Μάρτιο του 1915 ο Κάιζερ ανταποκρίνεται στις ελληνικές βασιλικές επιθυμίες και δίδει στον βασιλέα Κωνσταντίνο τις περιβόητες γερμανικές εγγυήσεις οι οποίες εφόσον είχαν χαθή τα σχετικά μυστικά έγγραφα στο ελληνικό υπουργείο των Εξωτερικών είχαν κατά τον Ιωάννη Μεταξά μεγίστη σημασία, δια να αποκαλυφθή ότι δεν είχαν σχεδόν καμμία σημασία όταν τα πρωτότυπα των εγγράφων αυτών βρέθηκαν στην Βιέννη και δημοσιεύθηκαν στο «Βήμα» προ ολίγου καιρού. Εις ένα άρθρο των γερμανικών αυτών εγγυήσεων έναντι της ελληνικής ουδετερότητος αναφέρεται ότι η γερμανική κυβέρνησις θα προσπαθήση να ασκήση την επιρροή της στην Κωνσταντινούπολι δια να βελτιωθή η μοίρα του ελληνικού στοιχείου της τουρκικής επικρατείας.
Η επιρροή όμως αυτή ασκείται κατά ένα τέτοιο τρόπο ώστε ο βασιλεύς Κωνσταντίνος να την αισθάνεται ως εμπαιγμό και τον Σεπτέμβριο του 1915 όταν αναγκάζεται να παραιτηθή για δεύτερη φορά ο Βενιζέλος να λέη θυμωμένος ο Ελλην βασιλεύς στον Γερμανό πρεσβευτή Μίρμπαχ «ότι οι εν Τουρκία Γερμανοί διπλωμάται δεν κάνουν τίποτε για τον υπό διωγμόν Ελληνισμό».
Οτι πράγματι δεν έκαναν σχεδόν τίποτε, διότι είχαν την εντολή να μην κάνουν περισσότερο από τίποτε αποδεικνύει το εξής έγγραφο του αυστριακού πρέσβεως στην Κωνσταντινούπολη μαρκησίου Pallavicini, υπό ημερομηνία 17 Φεβρουαρίου 1917, όταν δηλαδή το μακελιό είχε φθάσει σ’ ένα από τα πολλά του απόγεια. Γράφει ο Pallavicini:
«Αι πληροφορίαι εις το μνημόνιον του μητροπολίτου Αμασείας Γερμανού περί των διωγμών της περιοχής του ταυτίζονται απολύτως με τας ειδήσεις των ιδικών μας προξένων οι οποίοι επανειλημμένως ομιλούν εις τας εκθέσεις των περί αγριοτήτων, εκτοπισμών του ελληνικού στοιχείου και της δι εμπρησμού εξαφανίσεως των ελληνικών χωρίων (…).
Ο εδώ Γερμανός πρέσβυς δεν έθιξε το θέμα εις τας τουρκικάς αρχάς κατά τρόπον έντονον, περιορισθείς απλώς να ομιλήση με τον Τουρκον υπουργόν των Εξωτερικών κατά πολύ φιλικόν τρόπον δια τας λυπηράς και εντελώς περιττάς σκληράς συνεπείας των μέτρων τιμωρίας καθώς και δια την πολύ κακήν εντύπωσιν που πρέπει να προκαλέσουν τα μέτρα αυτά εις ολόκληρον τον κόσμο (…). Ο κύριος φον Kuhlmman, ο Γερμανός πρέσβυς, είναι της γνώμης, ότι δεν είναι δυνατόν να επιτύχωμεν τίποτε περισσότερον διότι δικαίως δύνανται να είπουν αι τουρκικαί αρμόδιαι υπηρεσίαι, ότι λόγοι στρατιωτικής ασφαλείας και εκτεταμένης αντικατασκοπείας τας αναγκάζουν να προσφυγουν εις τα εν λόγω μέτρα. Επί του προκειμένου συμφωνώ δυστυχώς με τον Γερμανόν συνάδελφόν μου. Παρ’ όλα αυτά θα συνεχίσω διδομένης ευκαιρίας, τουλάχιστον να προκαλώ την εντύπωσιν πλησίον των τουρκικών αρχών, ότι όχι μόνον ημείς αλλ’ ο κόσμος ολόκληρος γνωρίζει πράγματι τι συμβαίνει εις τας εν λόγω περιοχάς, και ότι θα έλθη η στιγμή καθ’ ην θα γίνη μομφή κατά της Τουρκίας δια τας ασιατικάς αυτάς μεθόδους κυβερνήσεως».
Ότι όμως αι μέθοδοι αυταί δεν ήσαν καθαρώς ασιατικαί αλλά γνήσιο ευρωπαϊκό πνεύμα made in Germany, αποδεικνύει νομίζω το εξής έγγραφο της αυστριακής πρεσβείας στην Πόλη με ημερομηνία 3 Απριλίου 1917: Γράφει ο επιτετραμμένος κόμις Trauttmansdorff.
«Ο μέγας βεζύρης και ο υπουργός των Εξωτερικών παρεκάλεσαν εμέ και τον Γερμανόν πρέσβυν να φέρωμεν εις γνώσιν των κυβερνήσεών μας ότι στρατιωτικοί λόγοι μεγίστης σημασίας αναγκάζουν την τουρκικήν κυβέρνησιν να εκτοπίσουν από το Αϊβαλί και τα περίχωρα τον πληθυσμον αποτελούμενον εκ 10 έως 15.000 κατοίκων ελληνικής εθνικότητος. Η τουρκική κυβέρνησις εδήλωσεν ότι δια την εκτέλεσιν του εν λόγω μέτρου επιμένει ο στρατάρχης Liman von Sanders. Οι κάτοικοι θα πρέπει να εγκαταλείψουν τα σπίτια των εντός ωρισμένης προθεσμίας, είναι όμως ελεύθεροι να εκλέξουν εις την ενδοχώραν τον τόπον της νέας των κατοικίας. Ο Ταλαάτ πασάς και ο Αχμέτ Μεσσίμι μπέης τονίζουν ότι με πολλήν δυσπιστίαν έλαβον την εν λόγω απόφασιν και δη εις μίαν εποχήν καθ’ ην η νέα κυβέρνησις έχει αναγράψει επί της σημαίας της τας λέξεις «κατευνασμός και ανοχή». Τόσον ο Μέγας Βεζύρης όσον και ο υπουργός των Εξωτερικών του γνωρίζουν εκ των προτέρων ότι η Αντάντ και οι Έλληνες θα εκμεταλλευθούν πολύ την απήχησιν που θα προκαλέσουν τα νέα μέτρα».
Η συνέχεια του εγγράφου είναι πολύ ενδιαφέρουσα, θα έλεγα αποκαλυπτική. Γράφει ο Αυστριακός διπλωμάτης προς τον υπουργόν του:
«Χθες το βράδυ ωμιλήσαμεν, εγώ και ο Γερμανός συνάδελφός μου, με τον στρατάρχην Liman von Sanders επί των αναγγελθέντων μέτρων. Αφού μας εβεβαίωσε την ακρίβειαν των σχετικών ειδήσεων προσέθεσεν ο στρτάρχης: «Επί μακρόν χρόνον προσεπάθησα να αναχαιτίσω την ασκούμενην ζωηράν κατασκοπείαν τη επιρροή του κλήρου κλπ τιμωρών τους ενόχους ως άτομα. Η μέθοδος αυτή υπήρξε καθ’ ολοκληρίαν ανεπιτυχής. Επιστολαί παρακρατηθείσαι εσχάτως αποδεικνύουν μεγάλας προπαρασκευάς των Άγγλων δια μίαν σχεδιαζομένην προσεχή απόβασιν παρά το Αϊβαλί. Υπό τας συνθήκας αυτάς δεν θα ηδυνάμην να επιφορτισθώ και περαιτέρω την ευθύνην αναγκασθείς να επιβάλω εις το τουρκικόν υπουργείον Πολέμου όπου ανθίστατο εις τας προτάσεις μου ο Εμβέρ πασάς, καθώς και εις την κυβέρνησιν την εκτέλεσιν των εν λόγω μέτρων. Πάντως κατέβαλα πάσαν δυνατήν προσπάθειαν ώστε δια της διαθέσεως συγκοινωνιακών μέσων, της επιβλέψεως των εκτοπιζομένων και της λειτουργίας επιτροπών να αποφευχθούν η υπερβολικήν σκληρότης και παρεκτροπαί».
Σας ωμίλησεν προσωπικώς ο στρατάρχης Liman von Sandres, ο εμπνευστής, όπως ακούσατε, των εκτοπισμών, αλλά και ο φιλάνθρωπος διαθέτης των συγκοινωνιακών μέσων δια τον άλλον κόσμον.
Ότι οι εκτοπισμοί αυτοί προεκλήθηκαν δια λόγους στρατιωτικούς και δια την κατάπνιξιν της ανταντικής κατασκοπείας, είναι ένα επιχείρημα του Liman Von Sanders που θα το μεταβάλη εις ένα άθλιον πρόσχημα η γνώμη του Αυστριακού πρέσβεως εις την Κωνσταντινούπολι. Γράφει ο μαρκήσιον Pallavicini τον Ιανουάριο του 1918. «Είναι σαφες ότι οι εκτοπισμοί του ελληνικού στοιχείου δεν υπαγορεύονται ουδαμώς από στρατιωτικούς λόγους και επιδιώκουν απλώς κακώς εννοουμένους πολιτικούς σκοπούς».
Σχεδόν συγχρόνως αναφέρει ο Αυστριακός πρόξενος της Αμισού Κβιατκόβσκι:
«Όπως επανειλημμένως ετόνισα, θεωρώ τον εκτοπισμόν των Ελλήνων της ποντικής παραλίας εν τω πλαισίω της εκτελέσεως του προγράμματος των Νεοτούρκων, το οποίον επιδιώκει την εξασθένησιν του Χριστιανικού στοιχείου – ως μίαν καταστροφήν μεγίστης απηχήσεως, ήτις θα έχη εις την Ευρώπην ζωηρότερον αντίκτυπον από τας αγριότητας εναντίον των Αρμενίων».
Και προηγουμένως: «Όσον κι αν μου φαίνεται αναγκαία η καταπολέμησις των συμμοριών και η εκτέλεσις των προληπτικών τουρκικών μέτρων, εν τούτοις πρέπει να εκφράσω εντόνως τας αντιρρήσεις μου ως προς την τιμωρίαν των Ελλήνων αδιακρίτως καθώς και τον γενικόν εκτοπισμόν των – αντιρρήσεις υπαγορευμένας εκ πολιτικών, οικονομικών και καθαρώς ανθρωπιστικών λόγων».
Αλλά ητο πλέον αργά. Το μακελειό δεν μπορούσε να σταματήση ούτε και για οικονομικούς λόγους που φαίνεται να υπήρξε το ισχυρό επιχείρημα των ξένων διπλωματών. Οι Έλληνες έφυγαν, οι αγροί ερήμωσαν, το εμπόριο σταμάτησε, οι Τούρκοι έμειναν μεταξύ τους για να εξακριβώσουν τρομαγμένοι ότι αυτό δεν ήταν αρκετό, ούτε και πολύ παρήγορο, το ότι έμειναν μόνοι. Ο Ελληνισμός όμως έπρεπε να εξοντωθεί τη προτροπή και τη ανοχή δύο ευρωπαϊκών χριστιανικών δυνάμεων, από τις οποίες η μια η ισχυρότερη κρατούσε την μητροπολιτική Ελλάδα μπλοκαρισμένη, διχασμένη, πεινασμένη. Σαν μια εφιαλτική ταινία εκτυλίσσεται μπροστά μας το δράμα του Ποντιακού Ελληνισμού μέσα από τις εκθέσεις των διπλωματών των Κεντρικών Δυνάμεων. Στις 9 Ιανουαρίου 1917 τηλεγραφεί ο Κβιατκόβσκι: «Μέχριν σήμερον λεηλατήθησαν και εκάησαν εις την περιφέρειαν της Σαμψούντος υπό των τουρκικών στρατευμάτων 16 ελληνικά χωρία με 890 σπίτια, 17 εκκλησίας και 16 σχολεία. Προηγουμένως έκαψαν και ελεηλάτησαν τα ίδια στρατεύματα 22 χωρία με 341 σπίτια και 2 εκκλησίας. Εφονεύθησαν 75 άτομα μεταξυ των οποίων 3 ιερείς και εβιάσθησαν 69 γυναίκες». Και ούτω καθ’ εξής. Δεν θέλουμε βέβαια να συγκρίνουμε τώρα τις ελληνικής θυσίες με τις θυσίες άλλων χωρών κατά τον πόλεμο και ιδιαίτερα κατά τον τελευταίο. Αλλά δεν μπορούμε να αντισταθούμε και στην διαπίστωσι, ότι όταν καιγόταν ένα χωριό στην Ευρώπη, οι αρμόδιες υπηρεσίες αναστάτωναν τον κόσμο με όλα τα μέσα της προηγμένης προπαγάνδας, το αξιοποιούσαν το γεγονός ακόμη και με μεθόδους που αφαιρούν από την θυσία το βαθύτερό της νόημα και τον ανθρώπινο σεβασμό απέναντί της. Η θυσία του Μικρασιατικού Ελληνισμού δεν χρειάζεται βέβαια το χειροκρότημα κανενός. Πρέπει όμως τουλάχιστον στην ιστοριογραφία του μητροπολιτικού Ελληνισμού να πάρη την επίσημη εκείνη θέσι που δεν έχει μέχρι σήμερα. Και πρέπει αυτό να συμβή όσο το δυνατόν γρηγορώτερα και μάλιστα χωρίς φόβο και χωρίς πάθος.
Θ’ αφήσωμεν τώρα το επίκεντρο του ομαδικού θανάτου που υπήρξε η Αμισός και η περιφέρειά της για να μετατοπισθούμε σε άλλες ελληνικές πολιτείες του Πόντου γεμάτες ιστορία, πλούτο, αίγλη. Το 1916 δεν είχαν απομείνει πολλά πράγματα απ’ αυτά. Τα είχε διώξει ο φόβος. Βρισκόμαστε στην Τραπεζούντα.
Τους συμπατριώτες των Κομνηνών τους ευνόησε μια διπλή τύχη. Αλλά προτιμώ ν’ ακούσετε την όλη ιστορία όπως την διεβίβασε προς την Βιέννη και το Βερολίνο ένας αυτόπτης και αυτήκοος μάρτυς, και συγχρονως ένας ευφυής διπλωμάτης, ο γενικός πρόξενος της Αυστροουγγαρίας στην Τραπεζούντα Κβιατκόβσκι.
Τον Αύγουστο του 1918, όταν δηλαδή σχεδόν όλα είχαν περάσει, γράφει ο ξένος διπλωμάτης στην αναφορά του που έχει τον τίτλο: «Αι σχέσεις Τούρκων και Ελλήνων εις την Τραπεζούντα»:
«Όπως επανειλημμένως ανέφερα αι σχέσεις μεταξυ Τούρκων και Ελλήνων εις την Τραπεζούντα δεν ήσαν κακαί μέχρι της καταλήψεως της πόλεως υπό των Ρώσων (18 Απριλίου 1916). Η σημαντική μωαμεθανική πλειοψηφία, το παράδειγμα των συνετών μητροπολιτών της πόλεως, συνεκράτουν τους Ελληνας της Τραπεζούντος από απροσεξίας, αι οποίαι παρατηρούντο εις την Αμισόν. Βεβαίως εξεδηλούντο και εδώ κατά την έναρξιν του πολέμου ανταντικαί ροπαί, αλλά όχι τόσον έντονοι όπως αλλού. Η επιτυχής άμυνα των Δαρδανελλίων και αι νίκαι των Κεντρικών Δυνάμεων από της ανοίξεως του 1915 απήτουν εξ άλλου την μετριοπάθειαν και την προσοχήν των Ελλήων. Ουχί ολίγον συνετέλεσεν εις την σύνεσιν αυτήν η περιωπή και η ευφυής στάσις του σημερινού μητροπολιτου Τραπεζούντος Χρυσάνθου, ο οποίος δεν άφηνε να χαθή ευκαιρία δια να φανή χρήσιμος εις τον πληθυσμόν και την τουρκικήν κυβέρνησιν. Οταν το χειμώνα του 1916 ήρχισε η ρωσική κατοχή να γίνεται απειλητική προέτρεψε το ποίμνιόν του να υποστηρίξη τον τουρκικόν πληθυσμόν που έμεινε πίσω, εμποδίσας μάλιστα μετά την κατάληψιν της πόλεως επανειλημμένως παρεκτροπάς των αρμενικών τμημάτων του στρατού εναντίον των Τούρκων κατοίκων. Ο Έλλην μητροπολίτης έθεσε μάλιστα υπό την προστασίαν του τους Τούρκους πρόσφυγας ίδρυσε σχολείον με άνω των 200 Τούρκους μαθητάς κλπ. Δι’ όλα αυτά του απηύθυνε ο Βεχήτ πασάς (τον περασμένον Ιανουάριον) ευχαριστήριον επιστολήν εις την οποίαν ανέφερε με ευγνωμοσύνην τας υπηρεσίας του Έλληνος ιεράρχου.
«Αντιθέτως η στάσις μιας μερίδος του Ελληνικού πληθυσμού Τραπεζούντος προεκάλεσε ωρισμένας αμφιβολίας. Παρετηρήθη λόγου χάριν μια τάσις υπερ των νεών κυριάρχων, οι οποίοι εδείκνυαν ότι θα εγκατασταθούν μονίμως, κατόπιν ωρισμέναι ατασθαλίαι οικονομικής φυσεως, προ παντός η φυγή χιλιάδων Ελλήνων (εις το βιλαέτιον 30.000, εις την Τραπεζούντα 8.000) προ των τουρκικών στρατευμάτων από τον φόβον της αντεκδικήσεως, της κατατάξεως εις τον στρατόν, υπό την επιρροήν των ρωσικών απειλών και τον φόβον μήπως θα συνέβαιναν τα όσα συνέβησαν εις την Αμισόν. Όλα αυτα κατέστρεψαν τις προγενεστέρας ικανοποιητικάς σχέσεις μεταξύ Τούρκων και Ελλήνων και ωδήγησαν εις μίαν αμοιβαίαν αποστροφήν και δυσπιστίαν.
Η από τουρκικής πλευράς εσχάτως διαταχθείσα κατάσχεσις της κινητής περιουσίας των εις Ρωσίαν προσφύγων Ελλήνων ως και η συχνή εγκατάστασις επιστρεψάντων Τούρκων προσφύγων εις ελληνικάς ιδιοκτησίας ώξυναν την πικρίαν μεταξύ των Ελλήνων, την οποίαν προσπαθεί ο τωρινός βαλής Νedschmeddin Bey, ένας εχθρός πάσης πιέσεως, να απαμβλυνη δι ηπίων μέτρων».
Αυτά λέει η αναφορά. Όποιος θέλει να θέση υπό δοκιμασίαν την κάθε είδους αρετήν και ικανότητά του, ας μεταφερθή τουλάχιστον με την φαντασίαν στην θέσιν ενός Ελληνος ιεράρχου της Μικράς ασίας την πονηρά και επικίνδυνη εκείνη εποχή. Πόση ψυχική δύναμι, πόση διπλωματικότητα κι πόση πραγματική περιωπή έπρεπε να έχη η αποθνησκούσα εκείνη γενεά των κληρικών μας για να μπορούν να σώζουν ανθρώπους και να μένουν συγχρονως Ελληνες με ακέραια τη συνείδησι – και το κεφάλι στον τόπο του. Ας σκεφθούμε σιωπηλά την θέσι της σημερινής κεφαλής της Εκκλησίας μας και του ποιμνίου του στα ίδια εκείνα μέρη.
Να η άλλη όψι του εθνικού δράματος: Ένας άλλος μητροπολίτης, ένας άλλος παλμός, ένα άλλο μαρτύριο. Ακούστε το επίσημο έγγραφο του Αυστριακού διπλωμάτου. Είναι γραμμένο στην Αμισό στις 29 Οκτωβρίου 1917 και απευθύνεται προς τον υπουργό των Εξωτερικών της Αυστροουγγαρίας κόμιτα Czernin von Chudenitz.
«Ο μητροπολίτης Αμασείας Γερμανος εκλήθη την μεσημβρίαν της Κυριακής να παρουσιασθή εις τον μουτεσαρίφην ο οποίος και του ανεκοίνωσε την εκ Κωνσταντινουπόλεως εντολήν να μεταβή εντός δύο ωρών εκεί σε χωρίς να συνομιλήση προηγουμένως με οποιονδήποτε. Ο μητροπολίτης επέστρεψε συνοδεία αστυνομικής φρουράς εις την έδραν του, όπου επετραπη να τον επισκεφθή ργότερον μόνον ένας, ο βουλευτής Αμισού Οσμάν Μπέης. Την τετάρτην απογευματινήν ώραν εγκατάλειψεν ο μητροπολίτης μετά της αδελφής του την πόλιν συνοδευόμενος υπό ενος αστυνομικού και εξ χωροφυλάκων. Αι άμαξαι έχουν ενοικιασθή μέχρι της Αγκύρας.
«Τα εν λόγω μέτρα προεκάλεσαν εις τους ελληνικούς κύκλους βαθείαν απογοήτευσιν, αποδιδόμενα εις τας ακάρπους προσπαθείας του μητροπολίτου να αναχαιτίση το ανταρτικόν κίνημα (…).
«Τον μητροπολίτην Γερμανόν περιέβαλε η τουρκική κυβέρνησις με δυσπιστίαν ενώ ένα μέρος του ποιμνίου του τον καθίστα υπευθυνον διότι δεν είχε εγκαίρως αναγνωρίσει και καταπολεμήσει τον κίνδυνον, περιελθών από μακρού εις μίαν δυσχερή θέσιν, εκ της οποίας τον απολυτρώνει τώρα η εκτόπισις. Ο απερχόμενος μητροπολίτης είχε σπουδάσει εις την Λειψίαν, είχε γίνη ήδη νέος επίσκοπος του Πέραν, κατόπιν μητροπολίτης Καστοριάς, εκδιωχθείς εκ της Μακεδονίας ένεκα των εθνικών του αγώνων τη υποκινήσει του Ρώσου πρέσβεως. Από 9 ετών Μητροπολίτης Αμασείας με έδραν την Αμισόν διετήρει καλάς σχέσεις προς τον πρώτον μουτεσαρίφην Αμισου Suleiman Nedschmedin, λαβών μάλιστα κατά τας τελετυαίας πατριαρχικάς εκλογάς σημαντικόν αριθμόν ψήφων. Ητο ένας φιλόφρων ιεράρχης με τάλαντον και ευρωπαϊκήν μόρφωσιν που εδείκνυε δια το ποίμνιόν του, αλλά και δια τους άλλους, πάντοτε μια ζεστή καρδιά και ένα γεναιόδωρο χέρι. Είχε όμως παραμελήσει από πολύν καιρόν την αναγκαίαν πρόνοιαν δια την δυσχερή θέσιν του πράγμα το οποίον του στοιχίζει τώρα το πολυετές του πεδίον δράσεως».
Τη συνέχεια θα την γνωρίζετε. Ο Γερμανός φυλακίζεται στην Κωνσταντινόυπολι, μετά την υπογραφή της ειρήνης έρχεται στην Βιέννη ως Έξαρχος του Οικουμενικού Πατριαρχείου στην ανατολικήν Ευρώπην, και πεθαίνει στην Αυστριακή πρωτεύουσα. Η διακομιδή των οστών του από την Βιέννη στην Καστοριά έγινε πριν από λίγο καιρό. Και ο κύκλος των εκτοπισμών έκλεισε.
Οτι ο μητροπολίτης Τραπεζούντος και ο Μητροπολίτης Αμασείας ήσαν οι δύο διαφορετικές εκφράσεις της ίδιας καθαρής συνειδήσεως, απέδειξε το τέλος της πολιτείας του Χρυσάνθου, ως αρχιεπισκόπου των Αθηνών και πάσης Ελλάδος κατά την τελευταίαν Κατοχή.
Αυτό που έπαθε ο Αμασείας Γερμανός στην Αμισό από τους Τουρκους, το έπαθε με κάποια καθυστέρηση από τους Γερμανούς ο απο Τραπεζούντος Αθηνών στην Αθήνα. Έτσι και αυτός ο κύκλος έκλεισε όπως συνηθιζόταν να κλείνη με τους ιεράρχες του Ελληνισμού, είτε στην Πόλη, είτε στην Σμύρνη.
Τα έγγραφα της Βιέννης μας δίδαξαν πολλά και φαίνεται ότι θα μας διδάξουν και στο μέλλον ακόμη περισσότερα. Εύχομαι μόνον να μην σας τρόμαξα.

ΕΛΛΑΔΙΚΟΣ ΡΑΤΣΙΣΜΟΣ ΚΑΤΑ ΤΩΝ ΠΟΝΤΙΩΝ ΝΕΟ ΠΡΟΣΦΥΓΩΝ

Από τις στήλες του Τύπου άρχισε να εμφανίζεται ένας ιδιότυπος ρατσισμός κατά των Ποντίων. Η αρχή ανιχνεύεται στην αντίθεση των ντόπιων στις περιοχές όπου εγκαθίσταντο. Εμφανίστηκαν κείμενα που αμφισβητούσαν την ελληνικότητα των Ποντίων από την πρώην ΕΣΣΔ, αποκαλώντας τους «τυχών Έλληνες», ή «Έλληνες» σε εισαγωγικά. Αποκορύφωμα της ρατσιστικής στάσης ήταν η άρνηση της Κοινότητας του χωριού Μεταμόρφωση της Χαλκιδικής να εγγράψει τους μετανάστες-πρόσφυγες που είχαν εγκατασταθεί σ’ αυτό, στα δημοτολόγια. Στην απόφαση του Κοινοτικού Συμβουλίου χρησιμοποιήθηκαν οι όροι «Ρωσότουρκοι» και «Ρωσοπόντιοι», ενώ γράφτηκε και η εξής πρόταση: «Οι Ρωσότουρκοι να πάνε στο νομό Ξάνθης». Το γεγονός παρουσιάστηκε από τον Τύπο ως «Ρατσιστική έκρηξη κατά των Ποντίων». Η ειρωνεία είναι ότι οι ντόπιοι κάτοικοι του χωριού Μεταμόρφωση κατάγονταν από τουρκόφωνους Καππαδόκες πρόσφυγες του 1922. Αντίστοιχο επεισόδιο συνέβη στο χωριό Λητή, έξω από τη Θεσσαλονίκη, όπου δέκα οικογένειες μεταναστών-προσφύγων θέλησαν να δημιουργήσουν τον οικισμό «Νέος Πόντος Μακεδονίας». Ο πρόεδρος της κοινότητας απευθυνόμενος προς αυτούς είπε: «Να σηκωθείτε να φύγετε. Είστε Ρώσοι, να πάτε στη Ρωσία…» Μεγάλες διαμαρτυρίες από την πλευρά των ποντιακών οργανώσεων προκάλεσε η παρουσίαση καταλόγου ξένων που φιλοξενούνταν στην Ελλάδα. Στον κατάλογο αυτό, που εκδόθηκε στο πλαίσιο της Πανευρωπαϊκής Αντιρατσιστικής Εκστρατείας με τη συμμετοχή της Γενικής Γραμματείας Νέας Γενιάς, του Εργατοϋπαλληλικού Κέντρου Θεσσαλονίκης, του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης κ.ά., μεταξύ των Αλβανών, Σέρβων, Βούλγαρων, Πολωνών, Κούρδων, Τούρκων, Φιλιππινέζων, Πακιστανών και μαύρων, συμπεριλαμβάνονταν και οι Πόντιοι. Επίσης, πολλές φορές οι Έλληνες από την Τσάλκα αντιμετωπίζονταν ρατσιστικά εξ αιτίας της τουρκοφωνίας τους. ʼλλη αντίστοιχη περίπτωση εμφανίστηκε σε ένα τηλεγράφημα από την Αθήνα του ρωσικού πρακτορείου ειδήσεων Itar-Tass, στο οποίο οι Πόντιοι πρόσφυγες από τη Σοβιετική Ένωση παρουσιάζονταν συλλήβδην ως: «μαφιόζικες ομάδες Ρωσοελλήνων». Η είδηση αυτή κινητοποίησε για άλλη μια φορά τις ποντιακές οργανώσεις που κατήγγειλαν τη συγκεκριμένη πράξη. Κρούσμα μαζικής ρατσιστικής συμπεριφοράς υπήρξε η κατάληψη του 3ου Γυμνασίου-Λυκείου Θεσσαλονίκης από τους μαθητές και τους γονείς τους με την υποκίνηση των καθηγητών τους. Αιτία ήταν η συστέγαση με το σχολείο «παλιννοστούντων», στο οποίο φοιτούσαν 500 μαθητές. Το αίτημα των καταληψιών ήταν να σταματήσει η συστέγαση και να μεταστεγαστεί το σχολείο «παλιννοστούντων». Το ενδιαφέρον που παρουσιάζει αυτό το κρούσμα, είναι ότι έγινε σε μία περιοχή που κατοικείται από πρόσφυγες παλαιότερων εποχών και κυρίως του ’22, καθώς και η υποτονική αντίδραση των αρχών της πόλης, των προσφυγικών οργανώσεων και των ποντιακών συλλόγων. Στην περιφέρεια της Θεσσαλονίκης παρουσιάστηκαν και κρούσματα, τα οποία λίγο απέχουν από το να χαρακτηριστούν «απαρντχάϊντ», όπως η αυθαίρετη απαγόρευση εισόδου μεταναστών-προσφύγων σε κέντρα διασκέδασης.

Παρόμοια φαινόμενα εμφανίστηκαν και στην Κύπρο, όπου είχαν εγκατασταθεί Έλληνες από τη Σοβιετική Ένωση. Χαρακτηρισμοί, όπως «Ρωσοπόντιοι» και «Ρώσοι» διαδόθηκαν στα έντυπα, όταν επρόκειτο να αναφερθούν στο συγκεκριμένο πληθυσμό. Εμφανίστηκαν άρθρα στον Τύπο με τα οποία αντιμετωπίζονταν ως ξένοι που βρίσκονταν σε σχέσεις αντιπαράθεσης με τους ντόπιους. Οι Πόντιοι, κυρίως από τη Γεωργία, που εγκαταστάθηκαν στην Κύπρο ομολογούν ότι αυτοί που τους αγκάλιασαν περισσότερο απ’ όλους ήταν οι Ελληνοκύπριοι πρόσφυγες από την κατεχόμενη Κύπρο.

Το αρνητικό στερεότυπο που διαμορφώθηκε στην ελλαδική και στην κυπριακή κοινωνία για τους μετανάστες-πρόσφυγες βασιζόταν σε στοιχεία, όπως ότι είναι ξένοι ή ότι είναι λιγότερο Έλληνες από τους ντόπιους και ότι τους έκαναν χάρη που τους ανέχονταν. Βαθμιαία άρχισε στη κοινή γνώμη η εικόνα τους να μην ξεχωρίζει από τους μη Έλληνες λαθρομετανάστες. Γενικεύτηκε στον Τύπο η χρήση του όρου «Ρωσοπόντιος», δημιουργώντας στους αναγνώστες την εντύπωση ότι πρόκειται για κάποια εθνοτική ομάδα. Οι ποντιακές οργανώσεις κατήγγειλαν το κλίμα αυτό, αλλά και τη «ρατσιστική συμπεριφορά της πολιτείας». Κατήγγειλαν ότι πολλές φορές οι αστυνομικοί έκαναν έρευνα σε σπίτια Ποντίων «χωρίς ένταλμα εισαγγελέως, σαν να ήταν αλλοδαποί, εκμεταλλευόμενοι την άγνοια και το φόβο των αδελφών μας».

Δυστυχώς η κατάσταση αυτή δεν προκάλεσε τα αντανακλαστικά της ελλαδικής κοινωνίας, ούτε καν, σε μαζική κλίμακα, την κοινωνία των παλαιών προσφύγων του 1922.

Ανταλλάξιμη περιουσία και κρατικός ρατσισμός

Αυτός όμως που βαρύνεται για την εξαθλίωση των προσφύγων, είναι ο κρατικός μηχανισμός και όλες ανεξαιρέτως οι κυβερνήσεις από το 1989 μέχρι σήμερα. Η ανυπαρξία προσφυγικής πολιτικής οδήγησε σε απαράδεκτη θέση έναν ελληνικό πληθυσμό που η μοίρα του καθορίστηκε από τη μικρασιατική καταστροφή. Η προέλευσή του από τη μικρασιατική χερσόνησο και η έξοδος από το γενέθλιο τόπο με τη μεγάλη καταστροφή του 1922, έδιναν έναν διαφορετικό χαρακτήρα στην κίνησή του προς την Ελλάδα. Κατ’ αρχάς υπόκειτο των διατάξεων της συνθήκης της Λωζάννης. Πολλοί από τους γέροντες πρόσφυγες ήταν παιδάκια όταν κατέφευγαν στη Ρωσία από τον μικρασιατικό Πόντο για να γλυτώσουν τις σφαγές των Τούρκων. Όλοι αυτοί θα έπρεπε να είχαν το δικαίωμα, ως Μικρασιάτες, να διεκδικήσουν ένα μερίδιο από τα υπόλοιπα της ανταλλάξιμης περιουσίας που διαχειρίζεται τώρα το ΤΑΠΑΠ, και στη συνέχεια η Κτηματική Εταιρεία του Δημοσίου (ΚΕΔ). Όμως η «πανέξυπνη» ελλαδική γραφειοκρατία είχε διασφαλίσει τα παράνομα συμφέροντά της. Το 1962, με Βασιλικό Διάταγμα, απαγόρευσε την διεκδίκηση δικαιώματος επί της ανταλλάξιμης περιουσίας για όσους πρόσφυγες έφτασαν στην Ελλάδα μετά το 1932. Έτσι, ένα μεγάλο κομμάτι εγκλωβισμένων Μικρασιατών στην Σοβιετική Ένωση αποστερήθηκε των κατοχυρωμένων από τη συνθήκη της Λωζάννης δικαιωμάτων. Σήμερα η κυβέρνηση ετοιμάζεται να «ρευστοποιήσει» τα, καθόλου ευκαταφρόνητα, υπόλοιπα της ανταλλάξιμης περιουσίας, ολοκληρώνοντας την κλοπή που πραγματοποίησε εις βάρος των Μικρασιατών προσφύγων μετά το 1992 το κράτος της Ελλάδας.

Αλλά και με τις ΕΟΚικές εισροές για την αντιμετώπιση του νέου προσφυγικού προβλήματος, εισέρευσαν στην Ελλάδα τεράστια ποσά και αρκετοί γραφειοκράτες -κυρίως υπάλληλοι των αρμόδιων υπηρεσιών- σε συνεργασία με ιδιωτικές εταιρείες, πλούτισαν εις βάρος των προσφύγων.

Όλα αυτά τα φαινόμενα θα πρέπει να οδηγήσουν τους υγιώς σκεπτόμενους Ελλαδίτες, τη Διασπορά και τους παλαιούς πρόσφυγες του ’22, να συγκροτήσουν ένα μεγάλο κίνημα αλληλεγγύης προς τους νέους Πόντιους πρόσφυγες.

Κείμενα του ΒΛΑΣΗ ΑΓΤΖΙΔΗ

ΜΑΡΤΥΡΙΕΣ ΤΩΝ «ΑΓΝΩΣΤΩΝ» ΠΟΝΤΙΩΝ

Πώς λέγεστε;
Φωτεινή Γρηγοριάδου.
Πότε γεννηθήκατε;
Το 1906.
Από πού κατάγεστε;
Από το χωριό Σενέτσμενι της επαρχίας Αντρές του Πόντου.
Σε τι ηλικία φύγατε από τον τόπο σας;
Όταν ήρθα στην Ελλάδα ήμουν 15 χρόνων.
Τι συνέβη και φύγατε από τον Πόντο;
Γιατί φύγαμε; Αχ αγόρι μου! Τα σιτάρια μας ο τουρκικός στρατός τα ρήμαξε. Χτύπησαν τη μάνα μου. Εγώ και ο αδερφός μου ο Σάββας ήμασταν μωρά παιδιά (τον περνούσα δύο χρόνια). Είχαμε κατσίκια. Η μάνα μου πήγε, άρμεξε τα κατσίκια και ήρθε. Οι Τούρκοι πήραν τα τσουβάλια με τα σιτάρια μας, που είχαμε μέσα στο σπίτι, και τα έβγαλαν έξω. Η μάνα μου μόλις ήρθε γνώρισε τα τσουβάλια. Λέει: «Αυτά τα τσουβάλια είναι δικά μου». Οι Τούρκοι λένε στη μάνα μου: «Εσύ δε θέλεις ν’ αγοράσεις σιτάρια;» Η μάνα μου βλέπει τα τσουβάλια και τους λέει: «Ανάθεμά σας, τα δικά μου τα σιτάρια σ’ εμένα θα τα πουλήσετε;» Εσύ είσαι που λες έτσι; Την πιάνουν και … ξύλο, ξύλο τη μάνα μου. Εγώ και ο αδερφός μου πάνω στη σκεπή του σπιτιού – τα σπίτια τότε ήταν χωμάτινα – κλαίγαμε και χτυπιόμασταν. Ένας γέρος ήταν στη γειτονιά μας και λέει: «Αυτά τα παιδιά γιατί κλαίνε; Ας πάω να δω». Ήρθε και είδε τη μάνα μου να τη χτυπούν οι Τούρκοι. Πάει πιάνει τον αξιωματικό τους και του λέει: «Δε ντρέπονται και χτυπάνε τη γυναίκα;»
Ο πατέρας μου τότε ήταν στρατιώτης στον τούρκικο στρατό. Μόλις τ’ άκουσε αυτά που έγιναν – έφτασαν στ’ αυτιά του από στόμα σε στόμα – το ‘σκασε απ’ το στρατό και πήγε στην Κωνσταντινούπολη.
Τι ηλικία είχατε, όταν έγιναν όλ’ αυτά;
Ήμουν 6 – 7 χρόνων.
Ο πατέρας σας δε γύρισε πίσω να σας βρει;
Όχι, δε γύρισε πίσω. Εμείς πήγαμε στο Γουζούχ κι εκεί ήρθε και μας βρήκε.
Μετά από το περιστατικό, που οι Τούρκοι έδειραν τη μητέρα σας, τι κάνατε;
Την κλειδώσανε μέσα στο σπίτι. Ήρθε ο αξιωματικός και έστειλε εξορία αυτόν που χτύπησε τη μάνα μου. «Εσύ έτσι θα μας λερώσεις;» είπε. «Εμ κλέβεις το σιτάρι της, εμ τη χτυπάς τη γυναίκα;» Μετά απ’ αυτό το περιστατικό ήρθαν οι συγγενείς της μάνας μου και μας πήραν στο χωριό τους, το Γουζούχ. Εκεί μείναμε 2 – 3 χρόνια.
Πώς φτάσατε εδώ στην Ελλάδα, στο Ριζό;
Από το Γουζούχ ήρθε και μας πήρε ο μπαμπάς μου και μας πήγε στην Κωνσταντινούπολή. Κάτσαμε εκεί 6 χρόνια και από κει ήρθαμε εδώ. Έγινε ανταλλαγή και ήρθαμε με τα πλοία στην Αθήνα. Από κει στη Θεσσαλονίκη με το τρένο και από κει ήρθαμε στο Ριζό.
Τα καράβια με τα οποία ήρθατε από την Κωνσταντινούπολη τι καράβια ήτανε;
Ελληνικά.
Ήρθατε πολλοί με τα καράβια;
Πάρα πολλοί.
Οι άλλοι συγγενείς σας απ’ τον Πόντο ήρθαν όλοι εδώ στο Ριζό ή πήγανε και σ’ άλλα μέρη;
Πήγανε κι αλλού. Στα Σεβαστιανά, στην Έδεσσα, στις Σέρρες, στην Καλαμαριά και αλλού. Ο πατέρας μου έλεγε να πάμε στην Καλαμαριά αλλά ο θείος μου, ο Ηλίας Παπαδόπουλος, δεν τον άφησε.
Πώς ήταν η ζωή στον Πόντο; Τι θυμάστε ή τι σας είχαν πει οι γονείς σας;
Στο χωριό ζούσε ο Βασίλ – Αγάς. Ο Τούρκος Αγάς του χωριού του ζήτησε να του βρει μια Ελληνίδα γυναίκα για να «βγάλει τα μάτια του». Ο Βασίλ – Αγάς του λέει: «Ποια να σου βρω;» «Δεν ξέρω», λέει αυτός, «όποια θέλεις να μου βρεις». Πήγε λοιπόν και ντύθηκε ο ίδιος με γυναικεία ρούχα και τράβηξε για το σπίτι του Αγά. Τον σκότωσε, τον παράχωσε μέσα στο σπίτι του και σηκώθηκε έφυγε. Ανέβηκε στο βουνό κι εκεί πέρα καθάρισε κι άλλους Τούρκους.
Ποιες ήταν οι σχέσεις σας με τους Τούρκους που ζούσαν στα μέρη σας;
Στο χωριό μας δεν είχε καθόλου Τούρκους. Στα γύρω χωριά είχε. Τότε περνούσαμε καλά με τους Τούρκους. Δε μαλώναμε. Τα προβλήματα άρχισαν, όταν ήρθαν και ρήμαξαν τα χωράφια μας. Έγινε αυτό και σηκωθήκαμε και φύγαμε.
Πώς ήταν η ζωή σας, όταν ήρθατε εδώ; Ποιες δυσκολίες αντιμετωπίσατε;
Βέβαια ήταν δύσκολη. Δούλευε ο πατέρας μου και του έδιναν για πληρωμή ένα ντενεκέ σιτάρι. Μ’ εκείνο ζει κανείς; μόνο σιτάρι θα τρώγαμε; λάδι δε χρειαζόμασταν; Σαπούνι για να πλυθούμε δε χρειαζόμασταν; Όταν ήρθαμε, εδώ πέρα ζούσαν μερικοί ντόπιοι. Τι καλή γειτονιά είχανε! Μέχρι να φτιάξουμε τα χωράφια μας, μας βοηθούσαν οι γείτονες. Μας φέρθηκαν καλά. Μας έδωσαν Τούρκικα σπίτια. Αυτά τα σπίτια μείνανε άδεια, όταν έφυγαν οι Τούρκοι με την ανταλλαγή. Οι ντόπιοι μας το ‘καναν αυτό το καλό.
Με ποιους άλλους ήρθατε εδώ;
Ήρθαμε μόνοι μας. Όταν είχαμε έρθει, ήτανε ήδη εδώ πολλές οικογένειες Ποντίων, που ήρθαν από τη Μικρά Ασία. Μας έφερε εδώ πέρα ο θείος μου ο Ηλίας, ο πατέρας του Κώστα του Παπαδόπουλου, που ήταν και πρόεδρος του χωριού. Έδωσε και δουλειά στον πατέρα μου, τον έκανε αγροφύλακα. Σκέφτηκε: «Αυτός έχει τρία παιδιά να ταΐσει και δύο αυτοί πέντε. Με τι θα ζήσουνε». Ο πατέρας μου γύριζε τη νύχτα στα χωράφια με το άλογο. Τότε ο Παμπάνης και ο Τσαμίτας, που ήτανε ληστές, είχαν διανυκτερεύσει στην τοποθεσία «Αράπταλα». Εκεί έσφαζαν αρνιά και κάναν σούβλες. Ο πατέρας μου τους πλησίασε. Αυτοί πήραν τα όπλα και του φώναξαν: «Αλτ». Ο πατέρας μου τρόμαξε και πέθανε από συγκοπή. Αυτό έγινε το 1923.
Πόσα αδέρφια ήσασταν;
Ήμασταν 5 αδέρφια. Το ένα γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη, το κορίτσι γεννήθηκε εδώ, κι εγώ ο αδερφός μου ο Σάββας και ο Κωνσταντίνος γεννηθήκαμε στον Πόντο. Ο Κωνσταντίνος πέθανε όταν ήταν 11 χρόνων, από κάποια αρρώστια, εδώ στο Ριζό. Το Στάθη τον πήρανε αντάρτη στο βουνό. Εκεί τον προδώσανε, τον πιάσανε οι παοτζίδες (συνεργάτες των Γερμανών) και τον σκότωσαν στη Θεσσαλονίκη. Τώρα έχω μονάχα μια αδερφή, τη Σωτήρα.
Πότε σας έδωσαν χωράφια; Τι σπέρνατε;
Χωράφια μας έδωσαν το 1923. Σπέρναμε σιτάρια, καλαμπόκια, κριθάρια, βαμβάκια. Κι αν δε δούλεψα στα βαμβάκια!
Πώς ήταν το μέρος εδώ όταν είχατε έρθει;
Όταν είχαμε έρθει, το μέρος ήταν άγριο. Δεν ήταν όπως είναι τώρα. Τώρα είναι ωραίο. Τότε σπίτια δεν υπήρχαν σ’ αυτό το μέρος (η περιοχή πίσω απ’ το ποτάμι), μόνο χωράφια. Εμάς μας είχανε δώσει οικόπεδο πίσω στα χωράφια. Εγώ έβαλα τα κλάματα και είπα: «Τι; Θα πάω εγώ αγροφύλακας στα Σεβαστιανά;» Λέει ο κουνιάδος μου: «Εγώ δε σε στέλνω προς τα εκεί. Εδώ δίπλα μου θα σ’ έχω». Κι έτσι χτίσαμε το σπίτι μας εδώ που βρίσκεται και το σημερινό μας σπίτι.
Όταν ήρθατε εδώ, είχε καθόλου Τούρκους;
Όταν ήρθαμε εμείς, είχανε φύγει οι Τούρκοι κι είχαν μείνει μόνο οι ντόπιοι. Εμείς όμως ήρθαμε λίγο αργά. Όταν είχε έρθει ο άντρας μου, ο Γιώργος ο Σελίδης, υπήρχαν μερικές οικογένειες Τούρκων. Οι ντόπιοι έσπερναν τα χωράφια των Τούρκων, αλώνιζαν, τα ετοίμαζαν όλα και έρχονταν αυτοί τα μάζευαν και τα έπαιρναν. Σ’ αυτούς δεν έδιναν τίποτα και φοβούνταν να μιλήσουν. (Οι οικογένειες των ντόπιων ήταν του Σιάρρη, του Ταρπάνη και του Φοδούλη). Τη χρονιά που ήρθε ο άντρας μου πάλι σπείρανε, αλώνισαν, τα ετοίμασαν όλα για να έρθει ο Τούρκος να τα πάρει. λέει ο άντρας μου στο Σιάρρη: «Έλα δω. Πήγαινε και φέρε 15 – 20 τσουβάλια και έλα γρήγορα». Γέμισαν τα τσουβάλια, τα φόρτωσαν στο κάρο και τα έφεραν στο σπίτι του άντρα μου. Ήρθε ο Τούρκος, τα βλέπει αυτά που αφήσανε και του φάνηκαν λίγα. «Ε, τι να κάνουμε; Αυτά ήτανε», του λέει. Τα μάζεψε και έφυγε. Ύστερα πήγαν στο σπίτι του άντρα μου, τα έβαλαν πάλι στο κάρο και τα πήγαν στο σπίτι του Σιάρρη. Κι έτσι έμεινε με τα σιτάρια ο άνθρωπος.
Ο άντρας σας από πού ήρθε;
Απ’ το Γουζούχ.
Πότε τον γνωρίσατε; Πότε παντρευτήκατε;
Παντρευτήκαμε το 1923, όταν ήμουνα 16 χρόνων. Ε, ήμουν πολύ όμορφη τότε.
Πόσα παιδιά κάνατε;
Έκανα 4 παιδιά. Μόνο το ένα ζει. Η μια κόρη μου πέθανε 5 χρόνων, ο ένας γιος μου 2,5 χρόνων και 9 μηνών το άλλο μου αγόρι.
Ποιες σκέψεις κάνετε σήμερα για τον τόπο που γεννηθήκατε;
Αχ, γιαβρί μου! Μέχρι εδώ είμαι (με χειρονομία δείχνει το λαιμό της). Τι να πήγαινα να τα ‘βλεπα εκείνα τα μέρη; Εξαιτίας των Τούρκων ήρθαμε στην Ελλάδα. Κάποτε ήθελα να πάω να δω την Κερασούντα και την Τραπεζούντα, αλλά δεν μπόρεσα.

ΠΗΓΗ :
ΔΗΜΟΤΙΚΟΥ ΣΧΟΛΕΙΟ ΡΙΖΟΥ
Χαραλαμπίδης Γιάννης (Ε΄ Τάξη)
Παναούσης Άρης (ΣΤ΄ Τάξη)

Πώς λέγεστε;
Σοφία Πουτακίδου.
Πότε γεννηθήκατε;
Δε θυμάμαι πότε ακριβώς γεννήθηκα. Είμαι 88 χρόνων.
Από πού κατάγεστε;
Γεννήθηκα στον Πόντο, στο χωριό Τσανίκ.
Σε τι ηλικία φύγατε από τον τόπο σας;
Ήμουν μικρό μωρό. Περίπου 3 με 4 χρονών. Όταν γεννήθηκα εγώ, ο πατέρας μου ο Χρήστος πήγε στρατιώτης στον τουρκικό στρατό. Τότε η θητεία ήταν 3 χρόνια. Ύστερα αγρίεψαν οι Τούρκοι και έγινε το κακό και καταστράφηκε η Σμύρνη. Ο πατέρας μου είπε σε δύο παιδιά που ήταν μαζί του στο στρατό: «Παιδιά, μπήκαν οι Τούρκοι να μας σκοτώσουν. Πάμε να φύγουμε». Και φύγανε προς τη θάλασσα. Εκεί βρήκαν ένα καράβι που ήταν αγκυροβολημένο στη μέση της θάλασσας, ανέβηκαν κρυφά και κρύφτηκαν χωρίς να τους δουν. Το πλοίο τους πήγε σε μια άλλη πόλη. Γύρεψε ο πατέρας μου την οικογένειά του, αλλά ο παππούς μου μας είχε πάρει και φύγαμε. Ερήμωσαν όλα τα χωριά. Του είπαν του πατέρα μου: «Χρήστο, ο πεθερός σου πήγε σε άλλη πόλη». Και πάλι μια νύχτα ανέβηκαν κρυφά – γιατί ήτανε φαντάροι και δεν είχανε λεφτά – σ’ ένα πλοίο, πήγανε σε μια άλλη πόλη και ο πατέρας μου μας βρήκε εκεί. Ύστερα περάσαμε απ’ τη Σμύρνη και είδαμε ότι οι Τούρκοι σκοτώσανε, κάψανε, ρημάξανε, όλη την πόλη. Ο πατέρας μου μου έλεγε ότι ένα μικρό μουλαράκι κολυμπούσε μέσα στο αίμα. Εκεί σκοτώθηκε και ο αδερφός της μάνας μου. Ήταν κι εκείνος φαντάρος σαν τον πατέρα μου. Άλλα δε θυμάμαι, γιατί ήμουνα μικρή.
Tι συνέβη και φύγατε από τον τόπο σας;
Μας κυνήγησαν οι Τούρκοι. Φύγαμε γιατί μας σκότωναν. Φεύγαμε μέσα από τα σιτάρια και όχι από το δρόμο, για να μη μας βλέπουν οι Τούρκοι. Αυτοί πυροβολούσαν.
Πώς φτάσατε εδώ στην Ελλάδα, στο Ριζό;
Όταν έγινε η ανταλλαγή, οι Τούρκοι που ζούσαν εδώ πήγαν στην Τουρκία κι εμείς ήρθαμε εδώ.
Ήρθατε κατευθείαν εδώ στο Ριζό;
Εμείς πήγαμε στην Κοζάνη. Εγώ ήρθα εδώ, όταν παντρεύτηκα τον άντρα μου το Δημήτρη.
Πώς ήταν η ζωή σας, όταν ήρθατε στην Κοζάνη; Ποιες δυσκολίες αντιμετωπίσατε;
Ο κόσμος εδώ καλλιεργούσε καλαμπόκια και μας έδωσαν να φάμε. Η ζωή ήταν πολύ δύσκολη. Ψωμί δεν είχαμε, νερό δεν είχαμε, τίποτε δεν είχαμε. Οι Τούρκοι τα κάναν όλα χάλια. Τα έκαψαν όλα.
Πού μείνατε, όταν πήγατε στην Κοζάνη;
Στην αρχή μέναμε σε παράγκες. Ύστερα ο πατέρας μου πήγε στα χωριά, ήρθε και βρήκε τον παππού μου και του είπε: «Βρήκα ένα χωριό, Ακρινή το λένε. Θα πάμε εκεί». Και σηκωθήκαμε και πήγαμε εκεί. Στην Ακρινή υπήρχαν τούρκικα σπίτια, χαμηλά, που τα άφησαν οι Τούρκοι φεύγοντας. Όλα ήταν κατάμαυρα απ’ τη φωτιά. Βρήκαμε ένα σπίτι, η μάνα μου το άσπρισε, το έφτιαξε και μείναμε.
Με τι ασχολήθηκαν οι γονείς σας όταν εγκατασταθήκατε στην Ακρινή;
Κάναμε καλαμπόκια.
Σας έδωσαν χωράφια;
Υπήρχαν άδεια χωράφια και είπαν, όποιος θέλει, μπορεί να καλλιεργήσει σιτάρια ή καλαμπόκια.
Ο άντρας σας από πού είχε έρθει;
Από το χωριό Πάσονος.
Πού γνωριστήκατε με τον άντρα σας;
Ήρθε στο χωριό και με πήρε. Είχε συγγενείς εκεί, ήρθε να τους δει και πήρε κι εμένα.
Όταν ήρθατε στο Ριζό, πώς ήταν τα πράγματα;
Όταν ήρθα εδώ ήμουν 15 χρόνων. Τα σπίτια τους τότε ήταν με χόρτα και ήταν πολύ φτωχοί. Ύστερα δούλεψαν και έκαναν σπίτια.
Ντόπιους είχε εδώ πέρα;
Είχε τρεις οικογένειες. Οι υπόλοιποι ήταν πρόσφυγες από τον Πόντο.
Εδώ στο χωριό με τι ασχολιόταν ο άντρας σας;
Είχαμε χωράφια, πρόβατα, βουβάλια. Ύστερα ήρθαν οι Γερμανοί και μας κατάστρεψαν. Πήραν τα πρόβατά μας, πήραν τα ζώα μας, μας έκαψαν. Ο πόλεμος μας κατέστρεψε.
Άλλα αδέρφια έχετε;
Έχω δύο αδέρφια. Ένα αγόρι και ένα κορίτσι. είχα και άλλα τρία αδέρφια αλλά πέθαναν. Τα άλλα μου αδέρφια γεννήθηκαν εδώ στην Ελλάδα. Μόνο εγώ γεννήθηκα στον Πόντο.
Πώς ήταν η ζωή στον Πόντο; Τι θυμάστε ή τι σας είχαν πει οι γονείς σας;
Η μάνα μου η κυρα – Αναστασία μου είπε ότι, όταν φεύγαμε, κουράστηκε να με κουβαλάει και με άφησε κοντά σ’ ένα δέντρο. Γύρισε πίσω ο πατέρας μου – που στο μεταξύ είχε έρθει και μας βρήκε – και με πήρε. Οι Τούρκοι τον πυροβόλησαν στο πόδι.
Ποιες ήταν οι σχέσεις σας με τους Τούρκους που ζούσαν στα μέρη σας;
Είχαμε συνέχεια το φόβο των Τούρκων. Ήταν ένας Τούρκος που ήταν φίλος του παππού μου και του έλεγε: «Κωνσταντίνε, εγώ είμαι φίλος σου, εσύ φτιάχνεις τα κάρα μας, να φύγετε από δω». Φύγαμε και πήγαμε σ’ έναν τόπο όπου ήταν κι εκεί Τούρκοι. Καθίσαμε εκεί περίπου ένα χρόνο και φύγαμε κι από κει. Ύστερα μας έβαλαν στα πλοία και μας έφεραν στη Θεσσαλονίκη. Από κει ο καθένας πήγε όπου ήθελε. Εμείς πήγαμε στην Κοζάνη.
Ποιες σκέψεις κάνετε σήμερα για τον τόπο που γεννηθήκατε; Θα θέλατε να τον επισκεφτείτε;
Όχι. Γιατί ζουν Τούρκοι εκεί. Η μάνα μου έλεγε στον άντρα μου: «Γαμπρέ, έλα να πάμε στην Τουρκία. Ο πατέρας μου κρέμασε με μια κάλτσα ένα μπαρχάτσι λίρες μέσα σ’ ένα κούφιο δέντρο». Έλεγα εγώ: «Μάνα, δουλειά δεν έχετε; Θέλεις να πάτε και να σας σκοτώσουν οι Τούρκοι; Εκείνο το δέντρο διαλύθηκε τώρα. Θα τις βρήκαν τις λίρες οι Τούρκοι και θα τις πήραν. Πού θα πας να σκοτώσεις τον άντρα μου». Γελούσε η συχωρεμένη η μάνα μου.

ΠΗΓΗ :
ΔΗΜΟΤΙΚΟΥ ΣΧΟΛΕΙΟ ΡΙΖΟΥ
Κελεσίδης Μίμης (ΣΤ΄ Τάξη),
Παπαδοπούλου Ελένη (Ε΄ Τάξη)
Σεμερτζίδης Παναγιώτης (Ε΄ Τάξη)

Πώς λέγεστε;
Φαντίδης Ιάκωβος του Βασιλείου.
Πότε γεννηθήκατε;
Γεννήθηκα το 1908. Δηλαδή είμαι 93 χρόνων.
Από πού κατάγεστε;
Γεννήθηκα στην Τουρκία, στο Κιζίκ, στην πολιτεία της Ζάρας που βρίσκεται στην καρδιά του Πόντου.
Σε τι ηλικία φύγατε από τον τόπο σας;
Όταν ήμουν 7 με 8 χρόνων έφυγα εξορία στο Κουρδιστάν (Μαλάτια, Χαρπούτ, Ντιαρμπακίρ).
Δηλαδή πρώτα πήγατε εκεί και μετά ήρθατε στην Ελλάδα;
Στην Ελλάδα ήρθαμε το 1922, όταν έγινε ανταλλαγή πληθυσμών.
Τι συνέβη και φύγατε από τον τόπο σας;
Όταν είχανε πόλεμο οι Ρώσοι με την Τουρκία, σηκώθηκε πρώτα το Καρς και όταν κατέβηκε ο πόλεμος στα δικά μας μέρη, δε μας άφησε τίποτα. Οι Τούρκοι κατάστρεψαν τα σπαρτά και όλα και φύγανε. Αναγκαστήκαμε και φύγαμε το 1917. Κατεβήκαμε στη Σαμψούντα, καθίσαμε εκεί 3 – 4 χρόνια. Η Σαμψούντα ήταν μεγάλη πόλη. Ήτανε μεγάλη φτωχομάνα. Μετά μάζεψαν οι Τούρκοι τους άντρες από κει – εγώ ήμουν ακόμα μωρό. 20 με 21 Μαΐου περικύκλωσαν οι Τούρκοι τα εργοστάσια, μάζεψαν τους άντρες και πήγαν τους μισούς σε ένα χωριό, το Καβακλί, και τους σκότωσαν. Τους άλλους μισούς τους σκότωσαν κοντά σ’ ένα πανδοχείο που το ‘λεγαν Τσουμπούς. Μείναμε εγώ και η μάνα μου με τη μικρή μου αδερφή. Ήρθε διαταγή, μας σήκωσαν κι εμάς να πάμε στο χωριό μας. Δε μας πήγαν τελικά στο χωριό. Μας πήγαν σ’ ένα άλλο μέρος που το λέγανε Μιτζιλίκ και από κει μας γύρισαν από χωριό σε χωριό. Εμείς με τη μάνα μου είχαμε πενήντα χρυσές λίρες. Μ’ αυτές αγοράσαμε βόδια, κάρο και θα σπέρναμε τα χωράφια. Δεν προλάβαμε να κάνουμε τίποτα και ήρθε νέα διαταγή για εξορία. Από τη Σαμψούντα με τα πόδια στη Μαλάτια, το Χαρπούτ, το Ντιαρμπακίρ. Πέντε έξι μήνες περπατούσαμε. Από κει, όταν έγινε η ανταλλαγή, μας έφεραν στην Ελλάδα. Ο πατέρας μου ήταν στη σφαγή του Τσουμπούς, αλλά γλίτωσε. Εκεί σκοτώθηκαν δύο δικοί μας νοματαίοι αλλά ο πατέρας μου γλίτωσε ανάμεσα στους σκοτωμένους τυχαία. Δεν τον πήρε καμία σφαίρα και γλίτωσε.
Πώς ήταν η ζωή στον Πόντο; Τι θυμάστε ή τι σας είχαν πει οι γονείς σας;
Τα πρώτα χρόνια ήταν πολύ καλά. Οι Τούρκοι μ’ εμάς ήταν σαν αδέρφια. Με το πέρασμα του χρόνου τα πράγματα άλλαξαν. Σκότωσαν οι Τούρκοι, σκότωσαν οι δικοί μας, έγινε αναμπουμπούλα. Στο χωριό ζούσε ο Βασίλ – Αγάς. Αυτός ήταν βαφτιστικός του παππού μου. Του λέει μια μέρα: «Νονό, εγώ θα πιάσω τα βουνά. Δεν υποφέρεται αυτό». Έτσι λοιπόν έπιασε τα βουνά.
Σκότωσαν κάμποσους Τούρκους στα λιβάδια που είχαμε εκεί. Ένας ευλογημένος από το χωριό μας πήγε πάνω στους σκοτωμένους, για να βγάλει και να πάρει τα σιδερένια στεφάνια από τις ρόδες των κάρων. Τον έπιασαν εκεί και πάει. Εκείνους τους σκοτωμούς τους έριξαν στο δικό μας το χωριό. Ήρθαν μια μέρα, μάζεψαν όλους τους άντρες και τους πήγαν φυλακή. Ο πατέρας μου ήταν τυχερός, γιατί ήταν στρατιώτης. Δεν μπόρεσαν να τον πειράξουν. Τους στείλανε στη Σεβάστεια, που ήταν μια μεγάλη πόλη. Εκεί τους δίκασαν 10 χρόνια τον καθένα. Οι περισσότεροι από την πείνα και το κρύο πέθαναν εκεί μέσα. Τώρα ερήμωσε το χωριό. Όλοι φύγανε.
Ο πατέρας μου ήταν στρατιώτης στην επαρχία της Ζάρας. Η μάνα μου μας πήρε εμένα και τον αδερφό μου και πήγαμε εκεί. Την ημέρα ήταν στρατιώτης και τη νύχτα δούλευε στο μαγειρείο. Τα απομεινάρια από τα φαγητά τα παίρναμε εμείς, επειδή ήμαστε νηστικοί και πεινασμένοι. Καθίσαμε στη Ζάρα κάμποσο καιρό. Ο πατέρας μου ήταν αγράμματος ή δεν του έκοβε. Στο στρατιωτικό φούρνο ένας Πόντιος Έλληνας αγάπησε μια Τουρκάλα. Είπε στον πατέρα μου να την πάρει και να πάει στην Καράσαρλη, στο Δεσπότη. «Θα φύγω κι εγώ και θα ‘ρθω να την πάρω». Γέμισε το μυαλό του πατέρα μου και ξεκινήσαμε. Πήγαμε σ’ ένα χωριό που το λέγανε Γούρμπαγου, σε κάποιες συμπεθέρες μας (της μάνας μου την αδερφή είχε ο γιος της). Μόλις την είδε η συμπεθέρα είπε πως αυτή είναι Τουρκάλα. Και του είπε: «Πού την πας; Άμα σε πιάσουν, θα σε σκοτώσουν». Την άλλη μέρα πήγαμε στο χωριό μας, το Κιζίκ. Εκεί αρνήθηκε ο πατέρας μου και δεν πήγε μαζί του. Πήγε μαζί του ένας άλλος, αλλά τους έπιασαν σε μια πολιτεία που λεγόταν Αντρές. Τους γύρισαν πίσω και τον φούρναρη τον φυλάκισαν, τον χτύπησαν και δεν ξέρω τι απέγινε.
Από το χωριό μας φύγαμε και πήγαμε στο χωριό της μάνας μου, Τσαμπρούγαλα. Καθίσαμε εκεί δύο τρεις μέρες νηστικοί και πεινασμένοι. Γυρίζαμε τα χωριά σαν ζητιάνοι και μας λέγανε: «Τι να σας δώσουμε; Δεν έχουμε». Σηκωθήκαμε από εκεί και πήγαμε στην πολιτεία Αντρές. Καθίσαμε εκεί κάμποσο καιρό. Άρχισαν και έβγαιναν τα σπαρτά. Μας πήρε ο πατέρας μου από κει και πήγαμε σ’ ένα τούρκικο χωριό που το λέγανε Άκσιακου. Το θέρος άρχισε. Μαζέψαμε πασάκια από τα χωράφια και χορτάσαμε ψωμί. Κάναμε και καμιά εικοσαριά τενεκέδες περίσσευμα. Τ’ αφήσαμε εκεί. Είπαμε θα πάμε στη Σαμψούντα και θα γυρίσουμε, για να σπείρουμε τα χωράφια.
Από εκεί φύγαμε, κατεβήκαμε στη Σαμψούντα. Καθίσαμε κάμποσο καιρό εκεί. Έγινε αναμπουμπούλα, χάθηκε κόσμος, πάει τέλειωσε.
Είχες αδερφό μικρότερο. Τι απέγινε αυτός;
Ήμασταν στη Ζάρα εγώ, ο Ιάκωβος ο Μουτζίκ, ο αδερφός του ο Στάθης και ο αδερφός μου ο Χαράλαμπος και γυρίζαμε. Άρπαξαν οι Τούρκοι το Στάθη και το Χαράλαμπο. Εγώ και ο Μουτζίκ καταφέραμε μέσα από τα σπίτια και φύγαμε. Τους άλλους τους κατεβάσανε στη Σεβάστεια και τους βάλανε σε ορφανοτροφείο. Ο αδερφός μου από κει μέσα χάθηκε. Τώρα πέθανε, έφυγε στην Αμερική, τι έγινε δεν ξέρω. Χάθηκε.
Ποιες ήταν οι σχέσεις σας με τους Τούρκους που ζούσαν στα μέρη σας;
Οι Τούρκοι που ζούσαν στο χωριό μας ήταν περίπου 10 οικογένειες. Οι υπόλοιποι ήμασταν Έλληνες. Αυτοί ήταν τεμπέληδες, δε δουλεύανε. Τα χωράφια τους ήταν όλα τσαΐρια (λιβάδια) και έβοσκαν τα ζώα του κόσμου. Ένας Τούρκος, Ίπο τον λέγανε, είχε τρία – τέσσερα παιδιά. είχε ένα χωράφι απέναντι στο χωριό. Μπορεί να ήταν είκοσι – τριάντα στρέμματα τσαΐρι, όπου έβοσκαν τα ζώα του κόσμου. Με τους Τούρκους πηγαίναμε πολύ καλά.
Όταν ξεκίνησε το κακό, οι Τούρκοι πώς σας συμπεριφέρθηκαν;
Πριν ξεκινήσει το κακό εμείς φύγαμε από το χωριό. Έμειναν μόνο οι Τούρκοι. Όλος ο κόσμος πεινούσε και γι’ αυτό φύγαμε άλλοι στη Σαμψούντα, άλλοι εδώ, άλλοι εκεί. Σκορπιστήκαμε όλοι. Ύστερα αγρίεψαν λίγο οι Τούρκοι, επειδή άρχισαν οι δικοί μας και σκότωναν.
Θα σου πω τώρα μια ιστορία. Την καταστροφή της Μικράς Ασίας και του Πόντου την έκανε ο Κεμάλ. Δεν έφταιγε όμως αυτός. Πριν τον Κεμάλ ήταν ο Σουλτάνος. Αυτός πήρε ένα έγγραφο από τη Γερμανία που του έλεγε: «Τι κάθεσαι και κοιμάσαι; Καθάρισε τ’ αγκάθια μέσα απ’ το χωράφι σου, γιατί τ’ αγκάθια αυτά θα μεγαλώσουν, θα σκεπάσουν το χωράφι σου και δε θα έχεις άλλο παραγωγή». Τ’ αγκάθια ποιοι ήτανε; Εμείς οι Έλληνες. Το χωράφι ποιο ήταν; Η Τουρκία. Κι αυτό ποιος το έκανε; Η Γερμανία. Το έκανε γιατί ήταν σύμμαχος της Τουρκίας. Το έγγραφο, όμως, αυτό ο Σουλτάνος το πέταξε στην άκρη. Γιατί είπε: «Οι δικοί μας είναι τεμπέληδες. Τους φόρους τους παίρνουμε από τους Έλληνες». Το πέταξε λοιπόν το έγγραφο σ’ ένα αρχείο. Μετά από κάμποσα χρόνια που ανέλαβε ο Κεμάλ, πού πήγε και βρήκε εκείνο το έγγραφο και σηκώθηκε στο πόδι, κατέστρεψε τον Ελληνισμό. Ολόκληρο τον Πόντο και τη Μικρά Ασία.
Πώς φτάσατε εδώ στην Ελλάδα, στο Ριζό;
Όταν έγινε η ανταλλαγή, μας έφεραν εδώ, στα νησιά, στη Λευκάδα στα Επτάνησα. Κάτσαμε εκεί περίπου 6 μήνες. Από κει, όπου ήταν κι άλλοι χωριανοί μας μαζί, μας πήγανε στον Πειραιά. Από τον Πειραιά πήραμε το τρένο και ήρθαμε στη Σκύδρα και από τη Σκύδρα ήρθαμε στο Ριζό το 1922 με 1923.
Πόσο χρόνο, πόσο καιρό κάνατε για να έρθετε από το Κιζίκ στην Ελλάδα; Από ποια μέρη περάσατε;
Όταν γυρίσαμε από την εξορία ήρθαμε στη Σεβάστεια. Από τη Σεβάστεια στην Τοκάτη. Από την Τοκάτη στην Κάβζα. Από την Κάβζα στην Αμάσεια και από κει στη Σαμψούντα. Από την Σαμψούντα μπήκαμε στο πλοίο και ήρθαμε στην Κωνσταντινούπολη. Από την Κωνσταντινούπολη ήρθε άλλο πλοίο, μας έβαλαν σ’ αυτό κι ήρθαμε στην Ελλάδα, στη Λευκάδα. Από τη Μαλάτια μέχρι να ‘ρθουμε στη Σεβάστεια κάναμε 4 μέρες, από τη Σεβάστεια μέχρι να ‘ρθουμε στη Σαμψούντα άλλες 3 μέρες. Δεκαπέντε μέρες κάναμε πάνω στο πλοίο.
Θυμάστε κάτι απ’ αυτό το ταξίδι;
Όταν ξεκινήσαμε από τη Σεβάστεια, φτάσαμε σ’ ένα μέρος που ‘χε γύρω γύρω βουνά. Οι Τούρκοι που μας συνόδευαν λένε: «Εδώ θα περάσουμε απόψε το βράδυ μας». Αυτοί έκαναν ένα σχέδιο να μας ληστέψουνε. Κατά τα μεσάνυχτα οι μισοί Τούρκοι έμειναν κάτω και οι άλλοι μισοί ανέβηκαν στα βουνά. Πυροβολούν εκείνοι από κει κι αυτοί από δω. Πυροβολούν όμως στον αέρα. Εμείς φυσικά δεν το ξέρουμε και τρέμουμε. Από τότε εγώ πήρα την τρομάρα και τώρα που γέρασα ακόμα τρέμω. Φοβήθηκα. Με πήρε η μάνα μου στην αγκαλιά της. Ευτυχώς όμως ήταν κάποιος άλλος εκεί, χωριανός μας, που είπε: «Μη φοβάστε. Εγώ έκανα στο αντάρτικο. Οι σφαίρες πάνε ψηλά, μη φοβάστε!» Οι δικοί μας τους λένε: «Τι θέλετε από μας;» «Θέλουμε λεφτά», λένε αυτοί. Μάζεψαν κάμποσα χρήματα, πήραν και από τη μάνα μου 10 γρόσια. Η αστυνομία ήταν κοντά, στο διπλανό χωριό. Ήρθε, αλλά φοβήθηκε μήπως τους έχουν στήσει ενέδρα. Το πρωί, μόλις πήγαμε στο χωριό που ήταν η αστυνομία, μας σταμάτησαν. Τους μάζεψαν αυτούς οι Τσεντερμέδες (αστυνομικοί). Τους ρωτάει ο διοικητής: «Σκοτώθηκε κανείς;» «Όχι». Ρώτησε κι εμάς. Ούτε κι εμείς είχαμε κανένα σκοτωμένο ή τραυματισμένο. «Εσείς οι ίδιοι ήσασταν, για να ληστέψετε τον κόσμο» τους λέει. Πήρε η αστυνομία τα χρήματα και τα επέστρεψε στον κόσμο. Αυτούς τους συνέλαβαν και με δεμένα τα χέρια τους πήγαν στη Σεβάστεια όπου και δικάστηκαν 15 χρόνια.
Στη Λευκάδα πώς σας υποδέχτηκαν;
Στην αρχή μας υποδέχτηκαν καλά. Ήταν σ’ ένα χωριό που το ‘λεγαν Βαθύ. Δεν είχε άντρες, μόνο κάτι γέρους, γιατί όλοι είχαν φύγει στην Αμερική. Φτωχό μέρος. Τελευταία όμως δε μας έδιναν μέρη για να μείνουμε. Μας έβαλαν μέσα στην εκκλησία. Μετά θέλανε να μας βγάλουνε από κει, έρχεται ένας κερατάς, χτυπά την καμπάνα και μαζεύονται, για να μας δείρουνε. Οι δικοί μας πήραν τα μανουάλια από την εκκλησία και, πάτα – κιούτα , τους χτύπησαν. Αντί να μας χτυπήσουν αυτοί τους χτυπήσαμε εμείς. Μια γριά έριξε κάποιον κάτω, κάθισε πάνω του και τραβούσε τα γένια του.
Όταν κόντευε το Πάσχα μας έφεραν αντίσκηνα. Πήγαμε μέσα σ’ έναν ελαιώνα, τα στήσαμε – ήρθε και το καλοκαίρι – , αδειάσαμε την εκκλησία και πήγαμε στ’ αντίσκηνα. Εμείς δε θέλαμε να μείνουμε στην εκκλησία. «Δώστε μας άλλα δωμάτια, να βγούμε», λέγαμε. «Δεν είμαστε και Τούρκοι να κάτσουμε μέσα στην εκκλησία».
Κάτσαμε στ’ αντίσκηνα κάμποσο καιρό. Μετά με τα πλοία πήγαμε στον Πειραιά, μετά Αθήνα, Λάρισα, Πλατύ, Βέροια, Σκύδρα και μετά ήρθαμε εδώ.
Πώς ήταν η ζωή σας, όταν ήρθατε εδώ; Ποιες δυσκολίες αντιμετωπίσατε;
Όταν ήρθαμε εδώ, στην αρχή δεν είχαμε χωράφια. Οι περισσότεροι εδώ στην Ελλάδα ήρθανε το 1912 – 14. Αυτοί κατείχαν όλα τα χωράφια. Λίγο από δω, λίγο από κει, περνούσαμε μια ζωή η οποία δεν ήταν ευχάριστη. Μετά κάμποσο χρόνο ένας θείος μου, Κοτάνη το λέγανε, κατέβηκε στη Θεσσαλονίκη, πήγε στη διοίκηση, έκανε παράπονα να γίνει διανομή. Ήρθε εκείνος, έγινε διανομή, μας έδωσαν κάμποσα χωράφια, ο εποικισμός μας έδωσε κι από ένα μουλάρι. Εμείς και ο θείος μου ο Παύλος ζεύαμε τα δύο μουλάρια, σπέρναμε τα χωράφια, βγάζαμε το ψωμί. Καλυτέρεψε κάπως η ζωή. Πριν μας δώσουν τα χωράφια, ζούσαμε με τα μεροκάματα. Πόσο θα ζήσεις με το μεροκάματο; Δουλεύαμε σ’ αυτούς που είχαν τα χωράφια. Και ο Τούρκος Μπέης ακόμα εδώ ήτανε. Ύστερα έφυγε. Κάμποσα χρόνια έτσι, πήραμε αρκετά χωράφια, δουλεύαμε, καλυτέρεψε η ζωή μας. Μέχρι το 1932. Τότε έγινε γενική διανομή από το κράτος. 35 στρέμματα ο κλήρος. Αυτός που έπαιρνε ενάμισι κλήρο έπαιρνε 56 στρέμματα.
Έλα έλα που εμένα το φουκαρά δε μ’ έγραψαν στον κατάλογο να πάρω κλήρο, αν και ήμουν παντρεμένος. Μπορεί να πήγα και να ήρθα στη Βέροια 50 φορές. Το πρωί πήγαινα και τη νύχτα ερχόμουνα. Στο τέλος περίμενα να έρθει ο προϊστάμενος. Ήρθε η ώρα 10 το βράδυ. Τον περίμενα μέχρι εκείνη την ώρα. Έκανα τα παράπονά μου. «Να μου φέρεις μια βεβαίωση», λέει, «από τον παπά που σε στεφάνωσε». «Αυτό είναι εύκολο», λέω. Έρχομαι στον παπα – Γιάννη και του λέω έτσι κι έτσι. «Όχι ένα, δέκα θα σου δώσω», λέει αυτός. Έβαλε σφραγίδα και υπογραφή στο χαρτί, το πήγα στη Βέροια, γύρισα, έφυγα στρατιώτης. Κάθισα καμιά 15αριά μέρες, στέλνω γράμμα στον πατέρα μου και τον ρωτάω: «Πατέρα, τι έγινε με τον κλήρο;» «Παιδί μου, δεν έγινε τίποτα», λέει. Λέω στον επιλοχία: «Θα με παρουσιάσεις στο διοικητή (ένα συνταγματάρχη που ήταν Κρητικός)». «Καλά», λέει αυτός, «η ώρα 11.00 που έχει αναφορά συντάγματος θα πάμε ».Στις 11.00 με πήρε και κατεβήκαμε στο σύνταγμα. Ο συνταγματάρχης μου λέει: «Τι θέλεις, παιδί μου;». Του λέω: «Κύριε συνταγματάρχη, εγώ έχω οικογένεια, πρόκειται να γίνουμε τρία άτομα και κλήρο δε μου παραχώρησαν, χωράφια δε μου δίνουν, πώς θα ζήσω εγώ;» «Διεύθυνση;» μου λέει. «Γεωργική περιφέρεια Βέροιας» του λέω. Παίρνει τηλέφωνο μπροστά μου κι εγώ ακούω. «Εντός 5 ημερών να παραχωρήσεις στον Φαντίδη Ιάκωβο κλήρο, αλλιώς δεν ξέρω τι θα γίνει», λέει. Μετά μ’ έδιωξε. Όχι 5 μέρες, 2 μέρες δεν πέρασαν και με φωνάζει ο τηλεφωνητής και μου λέει: «Φαντίδη, σου παραχώρησαν κλήρο».
Αυτός ο διοικητής μ’ αγαπούσε πολύ. Ξέρεις τι τον έκανα αυτόν; Ήμουν σκοπός. Αυτός μαζί με τον αντισυνταγματάρχη – και οι δύο Κρητικοί – έρχονται με τ’ άλογα. «Αλτ! Τι είστε;» «Ο διοικητής», λέει. «Παρασύνθημα», του λέω. «Δεν έχουμε παρασύνθημα», μου λέει. «Πώς είναι δυνατό να μην έχετε παρασύνθημα, εσείς οι ίδιοι το βγάζετε και δεν έχετε; Άμα δεν έχετε, γυρίστε πίσω». Είδαν ότι δε γινόταν τίποτα και γύρισαν πίσω. Έφυγαν. Την άλλη μέρα έστειλε ο διοικητής το δεκανέα να φωνάξει τον ανθυπασπιστή. Ήρθε αυτός και τον ρωτάει: «Την τάδε ώρα ποιος ήταν σκοπός στην πύλη;» Του λέει αυτός: «Ήταν του λόχου πολυβόλων, Φαντίδης λέγεται». Με φώναξαν, με πήγαν μπροστά του. Μου λέει: «Εσύ ήσουν το βράδυ σκοπός;» Του λέω: «Ναι». «Γιατί δε με άφησες να περάσω;» «Γιατί δε μου δώσατε παρασύνθημα. Ένας κατάσκοπος δεν μπορεί να πάει να ράψει μια στολή συνταγματάρχη, να τη φορέσει και να έρθει να ρίξει μια χειροβομβίδα σε κανένα θάλαμο και να καταστρέψει το στρατό;» «Μπράβο παιδί μου!», μου λέει. Γυρίζει στον ανθυπασπιστή και του λέει: «Πάνε πες στον επιλοχία του να του γράψει 20 μέρες άδεια». Μόλις έμαθε ο λοχαγός αυτά που έκανα, λέει: «Και 5 μέρες από μένα». 25 μέρες άδεια. Ήρθα, τσαπίσαμε τα καλαμπόκια, ποτίσαμε και ύστερα έφυγα.
Όταν ήρθατε οι ντόπιοι πώς σας φέρθηκαν;
Αυτοί φοβούνταν, γιατί ήταν δυο – τρεις οικογένειες, ενώ εμείς ήμασταν πενήντα οικογένειες. Τι να κάνουν; Αλλά ήταν καλοί. Καλά φέρνονταν. Ένας, μπαρμπα – Τόνη τον έλεγα, ό,τι του έλεγες όχι δεν έλεγε. Πολύ καλοί ήταν και να σου πω, εγώ που ήρθα σ’ αυτό το χωριό, όση φιλία είχα μ’ αυτούς τους εντόπιους, με τους δικούς μας δεν είχα. Ο Τάκης, του Μήτση τα παιδιά ο Κόλες και ο Τάσκος. Τη φιλία που είχα μ’ αυτούς, με δικούς μας δεν την είχα. Μ’ αυτόν τον Τάσκο πηγαίναμε μαζί τα βόδια κάτω στο Λιποχώρι. Βόσκαμε τα ζώα μέχρι τα μεσάνυχτα και γυρίζαμε πίσω.
Ποιες σκέψεις κάνετε σήμερα για τον τόπο που γεννηθήκατε; Θα θέλατε να ξαναπάτε;
Τι να πάω να κάνω; Να δω τα μούτρα τους; Δώδεκα άτομα ήταν ο παππούς μου, της μάνας μου ο πατέρας, και έντεκα άτομα ήμασταν εμείς. Από τα δώδεκα του παππού μου μείνανε μόνο δύο και από εμάς έμειναν τρεις. Εγώ, ο πατέρας μου και η μάνα μου. Πάνε όλοι εξαιτίας της Τουρκίας. Τι να πάω να δω; Τους Τούρκους; Της μάνας μου ο αδερφός, Μιχάλη το λέγανε, ήταν ένας άνθρωπος όπως είναι το ήμερο πρόβατο. Πήγε ένας κερατάς απ’ το χωριό, τον πρόδωσε στους Τούρκους, τον πήραν και πήγαν τον κρέμασαν. Κι ο άλλος μου θείος πάλι, του πατέρα μου αδερφός, κι εκείνος πέθανε μέσα στη φυλακή. Στη φυλακή πέθαναν πολλοί από την πείνα και το κρύο. Κερατάδες! Έφταιγε κανένας από αυτούς τους ανθρώπους; Κανένας δεν έφταιγε. Εκείνον που έφταιγε να πιάσεις, όχι τον αθώο τον κόσμο, και να τον βάλεις στη φυλακή.

ΠΗΓΗ :
ΔΗΜΟΤΙΚΟΥ ΣΧΟΛΕΙΟ ΡΙΖΟΥ
Κερμανίδης Θεόδωρος (ΣΤ΄ Τάξη)
Σελίδου Μαρία Τερέζα (ΣΤ΄ Τάξη)

ΜΥΡΩΝΙΔΟΥ ΑΓΓΕΛΙΚΗ
ΚΙΛΚΙΣ 1994

«Γεννήθηκα στο Αμιρχάν του Καρς. Ο γονείς μου είχαν πάει στο ρωσοκρατούμενο Καύκασο το 1877. Η πατρίδα τους ήταν η Χερίανα του Πόντου. Εφυγαν για να γλιτώσουν από την καταπίεση των Τούρκων. Στην περιοχή του Καρς ζούσαν 70.000 Έλληνες. Είμασταν μια ανθούσα κοινότητα.
Στα μέρη μας έγιναν οι φονικότερες συγκρούσεις μεταξύ του ρωσικού και του τουρκικού στρατού στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Θυμάμαι, μικρό παιδί ήμουν τότε, τους χιλιάδες Τούρκους στρατιώτες που είχαν βρει το θάνατο από το πολύ κρύο καθώς προσπαθούσαν να ανέβουν από τα βουνά μας για να αιφνιδιάσουν τους Ρώσους.

Μετά το 1918 στην περιοχή του Καρς εμφανίστηκαν ελληνικά στρατιωτικά σώματα από τους ντόπιους Έλληνες. Υπήρχε μεγάλος ενθουσιασμός. Τα τραγούδια τους ήταν πατριωτικά και μιλούσαν συνέχεια για την Ελλάδα. Περίμεναν ότι σύντομα θα έρθει ελληνικός στρατός. Ολοι τότε πιστεύαμε ότι ήρθε η ώρα να ελευθερωθούμε.

Τα πράγματα όμως ήρθαν αλλιώτικα. Στη Ρωσία, λόγω της μεγάλης φτώχειας και της αθλιότητας, πήραν την εξουσία οι μπολσεβίκοι. Τα δικά μας μέρη τα έδωσαν στους Τούρκους. Έτσι γίναμε πρόσφυγες. Για τέσσερα χρόνια γυρνούσαμε μέσα στη Ρωσία, στη φωτιά του εμφυλίου πολέμου. Πολλοί Έλληνες πρόσφυγες πέθαναν από τις κακουχίες και τις αρρώστιες. Εμείς ζήσαμε τον πιο πολύ χρόνο στην Ανάπα. Στην Ελλάδα ήρθαμε την άνοιξη του 1922. Αιτία ήταν η γιαγιά μας που έλεγε «Στην Ελλάδα θέλω να πάω και ας πεθάνω!». Και πράγματι μόλις φτάσαμε στην Ελλάδα μας έβαλαν για δύο μήνες καραντίνα στο Μακρονήσι. Η γιαγιά μου δεν άντεξε πολύ. Πέθανε και τη θάψαμε εκεί.

Μετά κάτσαμε σε αντίσκηνα στα Λιπάσματα στον Πειραιά. Από `κει πήγαμε στο Αγρίνιο. Η φτώχεια μας ήταν πολύ μεγάλη. Στην αρχή ζητιανεύαμε για να ζήσουμε. Από το Αγρίνιο πήγαμε στο Κιλκίς, σ’ ένα χωριό που το έλεγαν Σταυροχώρι. Ηταν πολύ δύσκολα χρόνια. Χιλιάδες πρόσφυγες πέθαναν. Μόλις συνήλθαμε λίγο οικονομικά έγινε ο πόλεμος. Ο άντρας μου σκοτώθηκε πολεμώντας στα βουνά της Αλβανίας…»

ΠΗΓΗ: Οι άγνωστοι Έλληνες του Πόντου του Βλάσης Αγτζίδης

Έρευνα στοιχείων Γιάννης Μπάνιος